22/1/17

9η μερα

αυταρέσκειες, μακριά,
μπουρνούζι και τρέμοντας
"φύγε", έφυγα", "μην γυρίσεις", γύρισε"
εξηγήσεις μη δεκτές, ήλιος σαν τον σημερινό
κρύο σαν το προχθές
δεν είχε You tube
σερνάμενη κασσέτα, την έσπασε η ακτίνα σκάζοντάς το από τα μάτια, την κόλλησα, παίζει ακόμα-
τρόμος για το χθες
τρόμος για το αύριο
-υπάρχει αύριο?-
τα μάτια είναι πάντα καστανά,
μεγάλα ή μικρά
οι μυρωδιές κι εκεί κι εδώ
έχω άλλη μυρωδιά
τα δικά μου μάτια είναι πάντα λαδιά-


21/1/17

Peter

 ✞ ήταν 72 χρονώ, δεν τα κατάφερε σήμερα, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, όργωσε τις ηπείρους διδάσκοντας, ζώντας, μαζί με τη γυναίκα του, ομοίως καθηγήτρια αγλικής φιλολογίας, είχαν ένα μοναχοπαίδι, πάει να τον συναντήσει, όλη μας η σκέψη στην νύφη μου. Βρεττανοί. Υπήρξε ένας ανήσυχος άνθρωπος, οικολόγος από γεννησιμιού του, ένας πολύ ωραίος τύπος, ένας όμορφος άντρας, ένας πανέμορφος άνθρωπος,  με εντυπωσίασε όταν τον πρωτογνώρισα, με την ευρυμάθεια και την καλοσύνη του, καλό σου ταξίδι Πήτερ

*οικογενειακή αυτοαναφορά*




I called him "a man"
How many roads must a man walk down, Before you can call him a man?



Έφτιαξα
πολλές τσακίσεις
στον ολοκαίνουργιο χάρτη μου
για να ‘χω να λέω:
 «πάλι ταξιδέψαμε φέτος».-
-σε παραδείσους λάθρα.-


(πολυτξιδεμένοι, όταν του μετέφρασα αυτό  το πτωχό γραπτό είχαμε τόσο πολύ γελάσει)- γειά σου βρε Πήτερ

8η μέρα

Λουκιανού και Χάριτος γωνία
(πάνω στο γραφείο θαρρετά ένα χαρτονάκι: «σελήνη φίλιος»)

-μιά αύρα στα Έπεα πτερόεντα, χρόνια πια, δεν ήταν όμως έτσι-

όταν οι ιστορίες δεν θέλουν να κρατηθούν ούτε από κλωστή
κλείνουν όλα τα μαγαζιά απ’ όπου πέρασες –το κινέζικο μένει, στην πάνω πλατεία του Μαρουσιού-
χρόνια μετά έκλεισε και το Athenian Inn ξενοδοχείο, άφτιαχτο κι αστόλιστο τότε, στη Χάριτος,
έκλεισε κι η μπυραρία στη Σπευσίππου, το Berlin στο Θησείο έπαιζε σπαραχτικά jazz κοιτάζοντας τα πέτσινα σ’ ένα κόκκινο παντελόνι, ωραία τα πέτσινα,
χρήσεις άλλαξαν, μόνο η πόρτα του νεοκλασικού μένει ίδια, και τα σκαλιά- Λουκιανού και Χάριτος, γωνία-
χτες στην τηλεόραση είδα επιτέλους ολόκληρο το «από το χιόνι» του Σωτήρη Γκορίτσα
κείνο το Σάββατο 22 Ιαν. κάποιος στενοχωρήθηκε πολύ όταν έφυγα από τη μέση της προβολής
«εδώ δεν είναι ξενοδοχείο», δεύτερη φορά που τα άκουσα, την επομένη,
κάτω το κεφάλι και στο δρόμο, αναζητώντας πάντα έναν Κέρουακ
νόμισα πως τον βρήκα,νόμισα, Μαρτίνι στις 12 το μεσημέρι? τα μαξιλάρια πάντως στη «Λυκόβρυση» έχουν τα ίδια πάντα μοτίβα, κάτι είναι κι αυτό-

23 και σήμερα
pancakes NYC


*οι ιστορίες δεν είναι ποτέ αυτοαναφορικές....




20/1/17

7η μέρα

"Kαι η εξήγηση θα 'ρθει κάποτε, όταν δε θα χρειάζεται πια καμιά εξήγηση.
-Τάσος Λειβαδίτης-"

ήρθε, με διπλό πέλεκυ
τη μύτη την σκουπίσαμε
ίσως κάτι στα μάτια?
στόμα ραμμένο
ούτε ρανίδα
έχουν-δεν έχουν-έλλειψη τα τσιρότα
χρεία καμμία.

-no blood today-

19/1/17

6η μέρα

(Προσπαθώ να διαχειριστώ τον Χρόνο
μήνες τώρα)
μόνη άκοπη σελίδα σε πολυκαιρισμένο βιβλίο
-παιδιόθεν
δική του η διαχείριση-
από το φαρδύ περβάζι
ατενίζω μιαν ανταριασμένη θάλασσα
στα γκρι
γκρι κι εγώ
συννεφιασμένο ένα Μπούρτζι ανεμοδαρμένο
μπανταρισμένο στα μπλε
στοιχειωμένο της Μάτσης
μόνο ο Εμπειρίκος χαίνει
εύχαρις
το μέσα βλέμμα σε μια κούπα με κακάο και μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα, κάναν γκελ στον κόλπο, πού να φτάσει στο Μπούρτζι-τότε εύλαμπρο-
άδικο
να σε διαχειρίζεται ο Χρόνος
πάντα χειριστικός
Το γκρι δεν ήταν ποτέ
το δικό μου χρώμα
δεν ταιριάζει και με τα χρώματά μου-

-00000000000000000-

Ζητάς απ’ τη ζωή 
μια περιπέτεια ακόμα
δώσε της μια κλωτσιά 
κι ένα φιλί στο στόμα.
Κωστής Γκιμοσούλης*


-0000000000000000-

ήρθαν οι πρώτες αλκυονίδες
χειρισμοί
του μυαλού
άλλοι πεθαίνουν
άλλοι θυμούνται
άλλοι ζουν
κάποιοι φυτοζωούν
-αύριο θα πετάξω εκείνες
τις κεραίες τηλεόρασης
σαπισμένες, σερνάμενες καταγής
να καθαρίσουμε τα τοξικά απόβλητα
λέω
να φτιάξουμε νέα καλωδίωση με το σύμπαν,
αύριο-


23 χρόνια και σήμερα

18/1/17

Σπεύδουμε από χαμόγελο σε χαμόγελο μέχρι την τελευταία ελπίδα.

ευχαριστείες στον Βάσσο που το ανέσυρε
για μιαν αύρα ελπίδας http://www.bibliotheque.gr/article/61752
για ένα χαμόγελο νέο
"Λοιπόν αυτό είναι η ζωή,
αυτό το ουρλιαχτό" (...)
(έχοντας σβήσει κάποιες αναρτήσεις, με "σκέτες" μουσικές, έχοντας υποστεί χακάρισμα σε πολλές αναρτήσεις μεταξύ του 2012 και του 2015, φθάσαμε στην ανάρτηση 1100).

17/1/17

Διακοπή για μηνύματα

Το παράξενο ημερολόγιο διακόπτεται για δύο σημαντικές αναγγελίες:

Αντώνης Λιάκος, θα λέγαμε χρόνια πολλά σήμερα
Ο Αντώνης Λιάκος είναι ένας από τους 5 (αριθμός 5) ανθρώπους που δικαιούνται την επωνυμία "άνθρωπος" και τύχαμε μαζί σε διαδίκτυα, μεγάλωσε στη Βέροια, ζούσε στη Σαλονίκη, έχτισε πάμπολλα σημαντικά κτήρια (ήταν Πολιτικός Μηχανικός), τον ένοιαζε η λαϊκή οικιστική πολιτιστική κληρονομιά, πολλά έπραξε γι' αυτήν,"τρελλαινόταν" με την Ήπειρο και τα ηπειρώτικα, υπήρξε από τους πρώτους διαδικτυακούς φίλους (χωρίς εισαγωγικά), το 2011 μου έλεγε στο τηλέφωνο: "με παρηγορεί πολύ να ξέρω πως κάτω, εκεί στα Νότια, έχω μία φίλη καρδιάς" το 2013 είχε ήδη μία πληγωμένη καρδιά, παρηγορούσε εμέναν, φοβόταν πολύ να πάμε μαζί στον Αράδαντα στην Κρήτη, το καλοκαίρι του 2014 μου έστειλε στη σελίδα μου στο Φατσοτέφτερο το Μινεράο που δεν είχα δει, του έστειλα, αργά, το πρώτο βιβλίο της Λισπέκτορ στα Ελληνικά, υποστήριζε σθεναρά πως από μουσική γνωρίζει, στη λογοτεχνία είναι πάντα μαθητούδι, το φθινόπωρο του 2014 μου κρατούσε το χέρι σε πολλά τηλεφωνήματα και τον Νοέμβρη η καρδιά του τον πρόδωσε οριστικά. Ήταν λίγο μεγαλύτερός μου, αφήνει μία πληγωμένη οικογένεια, τα παιδιά του διατηρούν την σελίδα του στο Φατσοτέφτερο.
Το 2012 περάσαμε μαζί δύο μερόνυχτα στη Σαλονίκη, σαν περιπατητική Σχολή, δεν έχω διαβάσει ή ακούσει καλλίτερη ανάλυση για τις ομπρέλλες του Ζογγολόπουλου στη Νέα Παραλία, όταν οι όμορφοι άνθρωποι αφήνουν το σώμα τους στα γήινα, τους διατηρούμε μέσα μας. ένας ιππότης της βάρβαρης εποχής, συνόδευε πάντα στην είσοδο του ξενοδοχείου με ένα τόσο απαλό χειροφίλημα, ο Αντώνης....




αύριο είναι του Αγίου Αθανασίου

Κι έπειτα,
τι θα μείνει
από χυμένα μάτια;

Πώς είναι
να σε βλέπουν
μέσα από
άλλου μάτια? (...)  
©ΑΡ


"Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά,
όταν δεθήκαν από αλυσσίδες του συρμού,
πέσαμε,
ήρθαμε στα ίσα μας
ούτε δεσμά, 
ούτε κρατήματα πιά"
στο Νασούλι η πάντα αφιέρωση...

2010, 18 Ιανουαρίου, του αγίου, τηλεφωνώ για χρόνια πολλά
κανείς (λέω, είναι η εποχή που βρίσκονται στις Μαλντίβες, λες?)
ξανατηλεφωνώ, ξανατηλεφωνώ στα κινητά τους, κανείς, μες στη νύχτα ο Βίκτωρ,
-στο νοσοκομείο
την άλλη μέρα, πατητά,  δίπλα της, διασωληνωμένη και ουδέποτε επιστρέψασα-
Η Νάσια πέθανε στις 24 Ιανουαρίου του 2010 είχε μόλις κλείσει τα 53, 2/12/1956, το τόσο εύγλωττο χέρι της, λες και σου μιλούσε, κρατούσε ο Νίκος, είμουν στο τηλέφωνο, δίπλα της- κηδέψαμε τις στάχτες της στο Παρίσι όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια στις 27 Ιανουαρίου του 2010 στο Père Lachaise, στο ίδιο κι ο Βίκτωρ φέτος, δίπλα της, υπήρξαν τόσο ταιριαστοί (κίνησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι που τους έλεγα και γελάγαμε όλοι τρανταχτά, τότε στο Λουξεμβούργο)-
*ο άντρας της ο Βίκτωρ πέθανε στις 31 Αυγούστου του 2016, άντεξε δύο χρόνια από κείνον τον Αύγουστο του 2014 που τον βρήκαν αναίσθητο στο δωμάτιό του στις Μαλντίβες.
Κλείσαν κύκλοι πια, για μένα η Νάσια θα είναι πολλά περισσότερα από τα πάντα, από τον γοφό έξω στις κοινές μας ασκήσεις στης Μοριάνοβα ως έφηβες εν δυνάμει χορεύτριες μπαλέτου ως τη Διάπλαση των Παίδων και τον Παπάζογλου (ο γοφός πάντα έξω)


Για τον Αντώνη, για τη Νάσια, για τον Βίκτωρα... τρεις χαρισματικούς ανθρώπους, η Νάσια κι ο Βίκτωρ κάψαν το πολυτάλαντο μυαλό τους ερήμην τους, να είναι καλά κει που βρίσκονται και μας ορούν, πάντα θα τους θυμόμαστε κάθε τέτοιες μέρες και άλλες πολλές...


Το ποίημα
ένας μικρός θάνατος....
ένας μικρός θάνατος
το ποίημα
Ξεχνάω να γράψω
όταν σκέφτομαι
ξεχνάω
να αισθανθώ
όταν
ταλανίζομαι
ξεχνάω
να ξεχνάω
όταν
αισθάνομαι

Αιώρηση
ατέλεια ζωής
ακροατές, ακροβάτες; Θεατές???
σαν βυρσοδέψες
στην Μοντιάνο
όλο το δέρμα
καταγής’
βιβλιοδέτες
της αφής
ηλιοδέτες της γραφής.
Παρηγορίες...\\\??
Η αράγιστος μνήμη
πάλι και πάλι
δεν την σπάζει
κανείς
τίποτα????\
ούτε
οι οιμωγές
των μην...\\\ 
να σε γεννήσω
από την αρχή
ολάνοιχτη
σαν
σαπισμένη μήτρα
πλεύση
στο σκουροκόκκινο αίμα
­-απλώς-
να σε κοιμήσω
                                     ατάραχα
                                     σε χέρια                                                                   σπασμένα
                        χωρίς
ουρανό
παληωμένο
               χωρίς
   μάτια δακρυσμένα
οι
ανάσες  κοντύνανε
             στο
άπλωμα
                           του ενός χεριού
Αν τεντωθούν και τα δύο
θα γλιτώσω, λες,
        τη μπουκάλα
του οξυγόνου???
        Και. τότε, το ποίημα;
          θα πάει να κοιμηθεί
                   ξεκουραστικά????
Θα αντέξει
     να ξυπνή\σει/
και να είναι μόνο του;

2013 ΑΡ
του Αντώνη, για κείνη τη Σαλονίκη του 2012...
να βάλει κανείς κλόπυ ράιτ? αμηχανία όταν πρόκειται για ανθρώπους που σου έχουν στιγματίσει το δέρμα ως τα βαθύτατα μέσα, του Αντώνη, για την Άθωνος, για την Παραλία, για μας ξημερώνοντας στο Λιμάνι (κοιτάγαμε τον Τλούπα και μας
χαμογελούσαμε στην απόλυτη συντονία) τώρα μπορεί να πει κανείς: χωρίς καμία παρεξήγηση: στον Αντώνη  ¨μου¨, καληνύχτα καλέ μου
*μου "διάβαζε" τις φωτογραφίες μία προς μία, του "διάβαζα" τις φωτογραφίες μία προς μία, συμφωνήσαμε πως ποτέ με κανέναν δεν είχαμε έτσι συμφωνήσει, η επωδός" πάμε για γάλα" ούτε στο γαλατάδικο της Ομόνοιας δεν υπήρξε πιο ουσιαστικό αυτό το γάλα, νομίζω, στο γαλατάδικο της Πλατείας Ελευθερίας;, είχαμε ήδη φάει στα γνωστά μπιφτεκάκια την άλλη μέρα, έμενα πάντα στο ξενοδοχείο Luxembourg  κει πάνω-, όταν κάποιος σου λείπει εσαεί, ο Αντώνης πάντα θα λείπει, κάθε που θα ατενίζω τη Σαλονίκη από την Πάνω Πόλη, θα κοιτάζω κάτω, στην Πλατεία Ελεύθερίας, θα κοιτάζω στην άκρη του Λιμανιού με τις εκθέσεις ζωγραφικής, θα πηγαίνω πάντα στο σπίτι του, εκεί έξω, θα μιλάμε πάντα με την αγαπημένη του γυναίκα, θα είναι πάντα εδώ-
Ο Αντώνης Λιάκος, ίσως ο πολυτιμότερός μου φίλος, δεν είχαμε τίποτα κοινό, τα είχαμε όλα στην ανάσα μας κοινά-.

             








16/1/17

5η μέρα

Δυό-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν

Το Ναύπλιο δεν είναι πόλη
ξυράφι είναι
αν σε ξυραφίσει
καμιά πλαστική δεν πιάνει.
Το όνομα ήταν αυτό
«Ανάπλι» έφθασε τα τελευταία 20 περίπου χρόνια,
σηματοδότηση για  εγγεγραμμένη αλλά έλλογα χειρίσιμη νοσταλγία
(η νοσταλγία είναι κατώτατο στάδιο μετάθεσης)
υποδηλώνοντας υποδορίως πως «παλιώσαμε» κι εμείς.
Το πατρικό κατέρρεε περιφανώς στον κεντρικό δρόμο, στο «έμπα» της πόλης
στιβαρή η επιμονή διαβίωσης εκεί-οι αναφορές ισχνές,
αδιάφορη η μακροημέρευση του-.

«Εν Ναυπλίω τη….» με στυλογράφο
ουρανί ανοιχτό, μακρύ και λεπτό, το μαύρο καπάκι μασημένο στα δόντια
-5 στο κουτί του παντοπωλείου-
ό,τι επιστρέφει μια θύμηση από το Δημοτικό
με τους  χάρτες της Γεωγραφίας σε έναν μαυροπίνακα ταλαιπωρημένο και φτενό.

Το Ναύπλιο δεν είναι η σημερινή πόλη
ούτε η αλλοτινή
είναι ζωές από παιδιά που δεν εισέπρατταν τον περίγυρο
παρά μόνο από απόσταση και αμυδρά
τα παιδιά είναι πάντα συγκεντρωμένα στα δικά τους βιώματα
οι χώροι δεν τα αφορούν
τα χρώματα περάσαν στον ακάθεκτο τόνο γκρίζου ανοιχτού


(ενότητα υπό διαμόρφωσιν)



στα τραπεζάκια του Κατσίγιαννη, στην Παραλία με βάθος το Μπούρτζι
-δεν ζει κανείς από αυτούς πια, εκτός από την 1η από αριστερά κυρία, στο κέντρο καθιστή η κυρία Άρσα Καρώνη, μόνη ποτοποιοία στην ευρύτερη περιοχή ως πρόσφατα, στο βάθος, η λεπτή κυρία με το αιώνιο τσιγάρο της, η κυρία Καίτη Στάικου,στον Νομίατρο σύζυγό της, για πάνω από 40 χρόνια,  οφείλει ξύμπασα η νεολαία της Αργολίδας τα εμβόλιά της και τις παστίλιες Seibin ωραίες σαν καραμελίτσες για την φυματίωση, τέλος της δεκαετίας του '60-.

15/1/17

4η μέρα

Διάγοντας μέρες Κλαρίσε, στη μετάφραση:

2000, στον σεισμό του Σεπτεμβρίου:
κείνη τη μέρα, την ώρα του σεισμού,γύρω στη μία το μεσημέρι, βρισκόμουν εδώ και ώρα στο συνεργείο για το σέρβις του αυτοκινήτου, πέσαν τα πάντα πάνω μας, σβήσαν τα φώτα, κάποια στιγμή λειτούργησε το κινητό και μου απάντησαν από το σπίτι, "όλα καλά, αλλά πέσαν οι τοίχοι του σαλονιού και κάποιοι άλλοι, κρατάμε τα φωτιστικά στη μύτη", -έπεσε κι έσπασε τότε ο μεγάλος καθρέφτης της μητέρας μου, 40 χρόνια μετά, τερμάτισε κι αυτός-
Όταν έφθασα με την ψυχή στα κροταλίζοντα δόντια, όλοι οι σύνοικοι ήσαν έξω, αναζητώ τους δικούς μου και ήσαν μέσα, αμέριμνοι, απορώντας για όλα αυτά τα μπάζα στα μπατζάκια τους, μπαίνω, τους σύρω από το μαλλί έξω. Το επίκεντρο βρισκόταν λίγα μέτρα από τις κατοικίες μας.

Αφού φτιάχτηκαν οι τοίχοι και σοβατίζαμε μέρες, το σπίτι μπήκε για πούλημα.
Περάσαν μέρες, πολλοί οι επίδοξοι (καλή η γειτονιά, καλή η τιμή), ένα μεσημέρι, έρχεται ένας νέος κύριος, πολύ συμπαθής, κάτι μου έλεγε η φυσιογνωμία του, κάτι του έλεγε η δική μου. Ξεχάσαμε το κτίσμα, πιάσαμε την κουβέντα, λέει "μα, έχω διαβάσει ποιήματά σας στο τάδε περιοδικό, το τότε", "το  τάδε δεν ήταν που δημηγορούσατε στο αμφιθέατρο τ...", λέω, "μα, ο εκδότης στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεσθε είναι πολύ γνωστός μου". Μας θυμηθήκαμε, λίγο πίσω στα χρόνια στις σπουδές και στο εξωτερικό.
Πώς ήρθε η κουβέντα στην Λισπέκτορ? ήρθε.  Από τα τότε. Εσαεί γοητευμένος με τη γραφή της. Πάω στο γραφείο και φέρνω βιβλία, αρχίσαμε να διαβάζουμε, λέει,"μην μου πείτε πως θα την μεταφράσετε;", απαντώ, "είναι έτοιμο το πρώτο της" κι αρχίσαμε να διαβάζουμε και να γελάμε με τα "ρούχα-ρούχα-ρούχα" που είναι "roupa-roupa-roupa". Εκστασιασμένοι κι οι δυό, δεν ήπιε ούτε τον χυμό. Ήθελα τόσο πολύ να τους δώσω το σπίτι με την καλή του, δεν γινόταν, δεν έφθαναν τα χρήματα...

Όταν κυκλοφόρησε το "Κοντά στην άγρια καρδιά" ψάχναμε με όλους τους φίλους μου του "συναφιού"να τον βρούμε για να του δώσω το βιβλίο στα Ελληνικά. Έμμονη ιδέα να τον βρω για να το χαρεί.

2013 φθινόπωρο, λαμβάνω ένα μέιλ από άλλη ήπειρο. Το βιβλίο της Λισπέκτορ στα Ελληνικά έφθασε σ' εκείνον τον προορισμό που του οφείλετο 13 χρόνια πριν. Οι ευχαριστείες και τότε, εκείνο το μακρινό 2000, ως σήμερα. Γνωρίζει πια ο καλός αυτός φίλος. Να είναι καλά και να χαίρονται τα όμορφα παιδάκια τους, έκτοτε επικοινωνούμε συχνά.


-Κλαρίσε Λισπέκτορ

Κοντά στην άγρια καρδιά

«Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής». *

Τζέιμς Τζόυς


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας


Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα. ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.

Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν».  Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.-

(απόσπασμα © all rights reserved ΑΡ)

 *τον τίτλο και το απόσπασμα του Τζόυς από το "Πορτραίτο του καλλιτέχνη ως νεαρού άνδρα" η Λισπέκτορ οφείλει στον φίλο της Λούσιου Καρντόζου, εξαιρετικό λογοτέχνη, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη μεταξύ 1940 και 1943. Ο  Καρντόζου πλην είχε άλλον ερωτικό προσανατολισμό. Εντούτοις, υπήρξε ένας σύντομος δεσμός μεταξύ τους ανάμεσα στο 1960 και το 1963, ο Λούσιου Καρντόζου πέθανε το 1968. Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους παρέμειναν στενοί φίλοι και πνευματικοί συνοδοιπόροι, αναφαίνεται αυτό και από την αλληλογραφία τους που έχει δημοσιευθεί.  Όντως η Λισπέκτορ δεν είχε ιδέαν ούτε από τον Τζόυς, ούτε από την Γούλφ ή τον Κάφκα ούτε από κανέναν άλλο συγγραφέα διεθνούς βεληνεκούς, με τους οποίους η παγκόσμια κριτική ηύρε ομοιότητες με την δημοσίευση του πρώτου της αυτού βιβλίου. Τους διάβασε πολύ αργότερα. Αυτή, εντούτοις, υπήρξε η πρώτη και μόνη φορά που κάποιος άλλος της πρότεινε τίτλο για βιβλία της. Όλα τους επόμενους επέλεξε αυστηρά μόνη της.*



Κλαρίσε

μια προθανάτεια πραγματεία:

(...) "εσύ έγινες ένα εγώ. Τόσο δύσκολο να μιλάς και να λες κάποια από κείνα που δεν μπορούμε να πούμε. Τόσο σιωπηλά όλα αυτά. Πώς να μεταφρασθεί η σιωπή της πραγματικής συνάντησης ανάμεσα σ' εσένα και σ' εμένα" (...), σελ 49, Água viva, ed. Rocco, 1973, Ζωντανό νερό-

Ανάσα ζωής (Παλμοί) (υπότιτλος: «το φιλί της ζωής»)-
*από την  1η σελίδα*
Αυτό δεν είναι μοιρολόι, κραυγή αρπαχτικού πουλιού είναι. Ιριδίζει κι ανησυχεί. Ένα φιλί σε πρόσωπο νεκρό.
Γράφω λες κι επρόκειτο να σώσω τη ζωή κάποιου. Πιθανώς, τη δική μου ζωή. Να ζεις είναι ένα είδος τρέλας που προξενεί ο θάνατος. Να μας ζήσουν οι νεκροί γιατί εντός τους εγκαταβιούμε.
Ξάφνου, τα πράγματα δεν χρειάζεται ν' αποκτούν νόημα. Αρκούμαι να υπάρχω. Εσύ υπάρχεις; Είμαι βέβαιος πως υπάρχεις. Η ανυπαρξία των πραγμάτων μού προξενεί χαμόγελο συγκατάνευσης. Αναμφιβόλως, όλα πρέπει να υφίστανται όπως ακριβώς είναι.
Σήμερα είναι μια μέρα τού τίποτα. Τώρα είναι η ώρα μηδέν. Υπάρχει, κατά τύχην, αριθμός που δεν είναι τίποτα; Τι είναι λιγότερο από μηδέν; Τι αρχίζει σ’ εκείνο που ποτέ δεν άρχισε διότι ποτέ δεν ήταν; Κι υπήρχε πριν από το πάντα; (…)
σημ. η Λισπέκτορ δεν βάζει ερωτηματικά αλλά τελεία, για την οικονομία της Ελληνικής απόδοσης αυτά -ευχή να μην  καταραστεί από κειπάνω απ' όπου μας ορά-  (ίσως μη γνωστό, αν και περιλαμβάνεται στο Επίμετρό μου για το "Κοντά στην άγρια καρδιά" : όταν βγήκε ο τόμος με τα διηγήματα: "Onde estivestes de noite", (πού ήσασταν τη νύχτα), το 1974, ο εκδοτικός οίκος είχε βάλει ερωτηματικό στο τέλος κι η Λισπέκτορ ανάγκασε τους υπευθύνους του εκδοτικού οίκου να αποσύρουν την έκδοση και να ξανατυπώσουν τον τίτλο χωρίς ερωτηματικό!!!

*στο ψευδόφυλλο: «θέλω να γράψω την απόλυτη κίνηση»
©editora Rocco, 1978

προδημοσιεύσεις © all rights reserved ΑΡ

Τα δύο βιβλία θα κυκλοφορήσουν στον καιρό που κρίνεται πρόσφορος από οίκους που κρίνονται κατάλληλοι.

*χαιρόμαστε που το δεύτερο στα Ελληνικά βιβλίο της Κλαρίσε Λισπέκτορ σημειώνει και αναγνωσιμότητα και  ευρεία κριτική προσέγγιση (κι ας είναι πολλές φορές λίγο άκαιρη λόγω άγνοιας της ουσίας της γραφής της Βραζιλιανής συγγραφέως, μία από τις "αγαρμποσύνες", αίφνης, είναι να έχει αναφερθεί με επίταση ως Ουκρανή ενώ η ίδια ήθελε τόσο πολύ και διακαώς να ενσωματωθεί στην Βραζιλιανή-πορτογαλική γλώσσα, στην μόνη γλώσσα που έγραψε, και κοινωνία, καθώς και εκτενείς αναφορές στην "Εβραιοσύνη" της, από την οποία χίλιες φορές είχε δηλώσει "μακριά", ασχέτως του αν ετάφη στο εβραϊκό νεκροταφείο, παρ' όλη τη θέλησή της και παρ' όλη την "Εβραιοσύνη" του πατέρα της Πίνκας και βραζιλιοποιημένου Πέντρο). Επιμένουμε πως η απόδοση "αστέρι" θα ήταν καλλίτερα να είχε αποδοθεί "Σταρ". Ολόψυχες ευχές για πολλές επανεκδόσεις. Η ευχαρίστηση είναι μέγιστη όταν διαπιστώνουμε πως ήρθε η ώρα της Σταρ και στη χώρα μας, λυπούμεθα λίγο διότι όταν εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο οι εκδότες του δεν αντελήφθησαν το μέγεθος που κρατούσαν ανά χείρας και έπραξαν σχεδόν τίποτα για να το κοινωνήσουν διαδραστικά σε ένα κοινό που ανέμενε τα γραφτά της Λισπέκτορ, ένας μεταφραστής είναι ανίσχυρος μπρος στην σύνολη διαδικασία μιας έκδοσης, δεν έχει ισχυρό λόγο γι' αυτήν, άρα ούτε για το εξώφυλλο- που εξακολουθώ να θεωρώ ατυχές-{με απολύτως κρύα καρδιά είχα πει τότε "εντάξει" στον εξαιρετικό επιμελητή, καλό συγγραφέα και πάντοτε φίλο, πιεσμένον κι αυτόν από έλλειψη χρόνου, μπορεί να έχει ένα πολύ όμορφο σχέδιο, αληθεύει, αλλά δεν αντιστοιχούσε στο περιεχόμενο που καλείτο να διαμεσολαβήσει}'  διαβιώ ήσυχη ότι από μέρους μου έκαμα ό,τι γινόταν στο πλαίσιο εκείνης της εποχής. Σήμερα, βρισκόμαστε σε μιαν άλλη εκδοτική κι αναγνωστική εποχή, μακάρι να τύχει καλλίτερης τύχης η Λισπέκτορ και τα επόμενα βιβλία της στα Ελληνικά.
**εντούτοις, επιθυμία η υπενθύμιση χωρίς καμία διάθεση επαναφοράς, το Επίμετρο στο "Κοντά στην άγρια καρδιά" εξακολουθεί και για 62 επόμενα έτη (από την χρονολογία έκδοσης Οκτ. 2008, 70 συνολικά) να είναι συγγραφικό δικαίωμα της γράφουσας και των απογόνων της άμα τω θανάτω, καλυπτόμενο επαρκώς από τον Νόμο περί πνευματικών και συναφών δικαιωμάτων' το ίδιο συγγραφικό δικαίωμα των εκδόσεων του βιβλίου αυτού στα Ελληνικά έχει ήδη λήξει, βάσει του ίδιου αυτού Νόμου-, οπότε, όσοι κι όσες επιθυμούν να κάνουν αναφορά σε στοιχεία αυτού του Επιμέτρου, πολύ ευχαρίστως,  πριν να δημοσιοποιήσουν τα γραπτά τους, όμως, καλόν θα ήτο να έρχονταν σε επαφή, τα διαδίκτυα μας φέρνουν κοντά πια.**