19/4/18


αίμα αιμάσσον
σήμα εν βρασμώ
ποιοι εγκέφαλοι
το αναλογισθήκαν,
να ξέρω κι εγώ?
ασπρίζοντας
αίματα
σε ζεμένες αρθρώσεις
γάζες χωνεμένες
αιδάτινη γραμμή
βρεμμένη αίμα γραφομηχανής γραφή
στερέωμα
να κρατήσει Ηρακλείς
φθυσικό γήρας
-τα πλακάκια είναι πάντα ασπροκόκκινα,
υδάτινο κύμα
σε απλωτές αφής
κύμα-αίμα και γραφή-
επιστροφή/.

a vuelo de pájaro * σ' ένα φτερό επάνω* ©ΑΡ

https://youtu.be/pMz7NfykmtA


memoriando


CARLOS PELLICER

POEMA EN TIEMPO VEGETAL

ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Στον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο


Στο δάσος αυτό όπου τα δέντρα
έχουν  ιστορία
και συνταιριάζονται μ’απλοχεριά
πότε στο φως,
πότε στη σκιά,
λεηλατώ τα φλάουτα στον άνεμο
όπου τα πουλιά καταβροχθίζουν
τη μοναξιά υγρή και ζωντανή
απ’ τη ρίζα και τη μνημοσύνη  αυτή.

Ηχηρά σε σώμα και ψυχή
νιώθω τη θέρμη
με την που το φως τού ήλιου
λευτερώθηκε από φυλακή τρομερή.
Και τραγουδάω ανάμεσα στα δέντρα
και στα φυλλώματα τής φωνής μου
τσιμπολογάνε του ανέμου τα πουλιά
μακρόσυρτες γωνιές της γεύσης.

Να μπω σε δάσος όταν η μέρα
σαν πεδιάδα
με δαχτυλήθρες και με καρφίτσες
δρασκελίζοντας λύνει
θα πει γυμνώνω κορμό διαβάτη
και τόνε ρίχνω μες το νερό να γίνει ένα
με υλικά που ρίζες δεν έχουν βγάνει
λησμοσύνης εικόνες της τύχης.

Να μπω σε δάσος είναι αποκτώ
λίγη χλιδή
από εκείνη που η ζωή σε μια στιγμή
τις παρυφές της όλες ανθοστολίζει,
και κάνει αισθητό το ανοιχτόχρωμό της κορμί,
γιομάτο με ψιθύρους εκπληκτικούς:
η άξαφνή μας πεταλούδα, τ’ αρχέγονο κλαδί που σπάζει,
ό,τι δεμένο ή λυμένο
πιάνουμε ή αφήνουμε’
κάτι που πέφτει  κι αγνοούμε
 τι να ’ταν και πού και γιατί ονειροβατεί.

Αυτό είν’ το δάσος όπου τα δέντρα
γνωρίζουν την μιλιά
για κείνη τη σιωπή από οψιδιανό
που βρήκε βάθρο μες στη φωτιά:
ο νεαρός Κουαουτέμοκ που κάποια μέρα
ηδυνήθη τους βράχους του να χαροποιήσει
με τους δυναμικούς δεσμούς
του δάσους αυτού τού μεγάλου και πατριαρχικού.

Νεαρέ Κουαουτέμοκ σιωπηλέ,
ποιο ξημέρωμα ή μούχρωμα
ήταν εδώ στο φτερό του περάσματός σου*
το ξημέρωμά σου, το δείλι σου
και στον ξεφτισμένο ψίθυρο
αύρας κρυμμένης
σου στενάξαν γιγάντια
τα κωνοφόρα της ύπαρξής σου;

 (…)

-απόσπασμα-**
απόδοση: ©ΑΡ

*=a vuelo de pájaro*

**κάποτε, θα τελειώσει**






βαλσάκι: Βινίσιους ντε Μοράες και Σίκο Μπουάρκε (από τα βραζιλιάνικα), ίσως το πιο γλυκό βαλσάκι για μιαν αιώνια αγάπη στην τρίτη ηλικία: 

Valsecito


(Vinícius de Moraes - Chico Buarque) στίχοι Βινίσιους ντε Μοράες (γεν. 1913), μουσική Σίκο Μπουάρκε ντε Ολάντα, εν ζωή ακόμη:

Un día él llegó tan diferente de su antiguo modo de llegar
y la miró con mucho más ternura de su antiguo modo de mirar,
no maldijo a la vida tanto como maldecía antes al hablar
ni la dejó sola y callada y ella oyó asombrada cuando la invitó a pasear.

Entonces fue a ponerse linda como hacía tiempo no solía estar
con su vestido escotado oliendo a guardado de tanto esperar.
Después se tomaron del brazo como lo habían hecho mucho tiempo atrás
y llenos de ternura y gracia fueron a la plaza y se empezaron a abrazar
Y allí danzaron tantas danzas que la vecindad entero despertó
ινί
y la felicidad fue tanta que la ciudad toda se iluminó.
Y fueron tantos besos locos, tantos gritos roncos como no se oían ya
que el mundo comprendió y el día amaneció en paz.
(1970)




μες στον γενικό πανικό, πέθανε τον Οκτώβρη πέρυσι ο Ντανιέλ Βιλιέτι: https://en.wikipedia.org/wiki/Daniel_Viglietti


18/4/18

http://www.gak.gr/arxiki/ekdilosiSamos/prosklisi.jpg

στην θέση: πολύ περήφανη για τους φίλους μου, η Αγγελικούλα έκοψε το μαλλί και 10 χρόνια μαζί, το καλοκαίρι έδειχνε πολύ κουρασμένη από την δουλειά, ο Χρήστος ένας κούκλος, ο Νικόλας ο Καραπιδάκης, τόσο παλιός φίλος που δεν το θυμόμαστε πόσο.  μία πανέμορφη εκδήλωση χθες, για να τιμηθούν οι εκδόσεις για τα Σαμιακά, του Χρήστου Λάνδρου, της Αγγέλας Χατζημιχάλη και τόσων άλλων, ένα κοπιωδέστατο έργο ζωής των παιδιών, στην θετή πατρίδα συγγνωστό κι αγαπημένο, στα βιβλιοπωλεία τοπ σε πωλήσεις, από πέρυσι μου τα δώσαν κι ακόμα διαβάζω και διαβάζω, εγώ που δεν διαβάζω, άπληστα καταπίνω σελίδες για τα Σαμιακά, γνώμη: να αναζητήσετε και να τα διαβάσετε, είναι όλη, μα όλη η Ιστορία μιας πατρίδας=όλες οι πατρίδες

*το  φυλάκιο στην Μυκάλη απέχει μόλις ένα μίλι από την Τουρκιά,συχνά, χωρίς πέδιλα, διασχίζουμε την απόσταση, φτάνουμε στο φυλάκιο των Τούρκων, τα παιδιά βάζουν μπρίκι για καφέ, νεράκι, ξεκουραζόμαστε και πίσω πάλι, στο ελληνικό φυλάκιο κερνάνε νεράκι, δεν θέλουμε άλλον καφέ, αναζητήστε τα Σαμιακά αρχεία, δεν θα χάσετε, πλούτος του τι σημαίνει γειτονία λαών, κατάργηση εθνών, αναζητήστε τα, ομορφαίνουν τις ζωές μας σαν τις Σαμιακές θάλασσες

17/4/18


Και όταν
θα έχουμε πια
ξεπαστρέψει
ο έναν τον άλλο
θα επιστρέψουμε
στην υπέροχη
μελαγχολία του
τίποτα
που ποτέ δεν αποτρέψαμε
θα γυρνάμε στον αέρα
σάπιες σάρκες
με ανέπαφες μνήμες
σκονισμένοι
απρόσωποι
διαμελισμένοι
νεκρή φύση
θα λέμε
αν ζούσαμε
-μια φορά και έναν καιρό
ήταν ο άνθρωπος
περπάτησε την ιστορία
δεν έμαθε τίποτα-
α.γ/

-πόσο πολύ μου αρέσει η γραφή αυτού του κοριτσιού.... Αναστασία Γκίτση το λένε και γράφει ωραία, έτσι, όπως μας αρέσει εμάς

Θεοφάνης Τάσης στην «Κ»: Απολαμβάνουμε βάσει των... likes



τον παρακολουθώ, είναι πολύ καλός, χαίρομαι που τον έχω γνωρίσει, σε άλλο κοινωνικό περιβάλλον

αλιεύματα

ένα πολύ ωραίο κείμενο της Ελένης, αλιευμένο @Eleni Nanopoulou


Δυο πεύκα, πεντακόσιες χιλιάδες και βάλε βελόνες, να βλαστημάω στο σκούπισμα, να βουίζω μαζί με τις μέλισσες. Να τις έπαιρνε ο αγέρας της Τροίας που μ’ ένα μικρό λουλουδάτο φουστανάκι ίσαμε το γόνατο χλιμίντριζαν πάνω στα πόδια μου, τηλεγραφόξυλα έλεγε η μάνα κι έλεγα τώρα θα χαθώ από μυρωδιές, μουσικές, παλιά μπαούλα, θα μπω στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και στα αινίγματα της Μαρί – Οντ Μυράιγ, στο σφαιρικό κέλυφος των αχινών πεσμένη κατάχαμα, κανείς δεν θα με βρει. Μονάχα μη μιλήσω… μη... που έτσι νηστικές ρουφήξουν απ’ τη γλώσσα το θόρυβο, το στρογγυλό μελάνι απ’ το σφαγμένο δόντι κι άντε να μου βρω άλλο να σου γράψω την αγάπη. Κοριτσάκι; Μη στα δέντρα… ξεψυχάνε όταν τ’ ακουμπάς. Τότες ήρθανε πουλιά, κοκόρια, δύο παγώνια, πέντε- έξι ορτύκια, παπιά και καμιά σαρανταριά κουνέλια. Λαχτάρισαν οι μέλισσες από τις σολομωνικές κραυγές, έφυγαν για το Βόσπορο. Ξεκόλλησα από τα πεύκα κόκκινη. Ξυπόλητη τριγύριζα σαν αδέσποτος σκύλος, από δρόμο σε στενό κι απάνω στον ουρανό της Πυργέλας τηγάνι τ’ αστεράκια και τα φεγγαρίσια μάτια «οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης» έγραψε ο Γιώργος Μακρής, στη μονή Καρακαλά μια εικόνα για χάρη μου χαμογελά, μέσα στο λεύκωμα γίνομαι δεκατρία, μικρή σημείωση-το σ’ αγαπώ σημαίνει αιώνια κι άλλο τόσο, μόνο που πλάνταξε. Σκαρφαλώνω μυγδαλίτσες και λεμονίτσες, μυρίζω κουφετί φρούτο ή χώμα ανοιξιάτικο. Η άνοιξη είναι μια κουτσομπόλα γάτα, δεν τρελαίνεται. -Να μου αγοράσεις ψυχραιμία – της είπα, γιατί εμένα τρελαίνονται τα άντερα μου και τσακίζομαι, κρεμόμαστε σαν λιαστά χταπόδια. Γελάκια; Έτσι το ‘θελε ο θεούλης μου ο μοσχοκάρυδος που μου ‘φτιαξε ένα τόπο με κλαράκια, ανθάκια ξυνομυριστά, βασιλικούς και ρίγανες μπροστά στο κάδρο της Παναγιάς της πορτοκαλούσας. Κεράκια λευκά τα νιόπαντρα, τ’ ανύπαντρα λαβ λαβ λάβα, ουράνια φλεγόμενα πουλάκια, ανεκπλήρωτες γαμημένες επιθυμίες και πέθανεμε να σε χαρώ, να σε χορτάσω, να σε χορέψω μάτια μου, λάμπεις, πω πω πως λάμπεις. Είχα δυο κρυψώνες να βάζω τις λάμψεις και τις εκρήξεις κι ένα ερωτικό γράμμα που όταν το έχασα έπιασα το μοιρολόι. Ύστερα μου ‘κόψαν τα μαλλιά κι έπεσα να πεθάνω.

*αυτό τώρα με τα πεύκα και τις πευκοβελόνες, Ναύπλιο-Πυριέλλλλα {την έλεγε η μάνα μου κοροϊδεύοντας, τα χτήματά μας τω πάλαι εκεί} 7 χιλιόμετρα δρόμος, εμείς τα καθαρίζαμε με τα Πουλάκια και τις Οδηγούς στο Πάρκο, με τρέχανε για αλλεργίες από την γύρη πάντα τέτοιες εποχές*
**κείμενο για όλων των ειδών τις επιθυμίες, χαρά για τις φίλιες γραφές που θαυμάζουμε**

14/4/18


“…Βρέχει μάτια, βρέχει σε μάτια και τα δάχτυλα, κοκκαλωμένα κι αυτά. Η γλώσσα, αμίλητη. Εμείς, σκουπίζουμε  ακούραγα σκούρα γης, αν καρπίσει, κάρπισε, αν δεν, σκουπίζουμε μάτια, η θέση σε δοκιμαστικό σωλήνα φορμόλης"...

Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά…
αν κάποιος θέλει, αμέσως φαίνεται,
-λέω πάντα, two to tanguear-
Ο θάνατος είναι φορμόλη
στη φορμόλη χωράνε τόσα, κρινάκια, ποντικάκια και υπολείμματα χεριών εν αχρηστία, τι να κάνει κανείς τόσα δάχτυλα πεσμένα καταγής…”
-μετεωριζόμενοι μεταξύ ουρανού και γης,
είμαστε και δεν είμαστε, εμείς…

-στην θέση «φορμόλη», η εγγραφή μη δυνατή, δάχτυλα γηραιά, μας βάλαν στους γηραιούς, ξαφνικά- καμπυλώνουν σε ένα δοξαπατρί Χριστού που δεν υπήρξε ποτέ δικός μας, μόνο το τέμπλο και οι άμβωνες, ψηλοί και σκιεροί- και τα πλακάκια, παλαιακά, για παρά~κλίσεις, το φόρεμα θυμάμαι, κόκκινο με κίτρινα ανθάκια, αι γενεαί πάσαι, καμία ταφή, κανένας Χριστός, ούτε καν εσύ, με το μπουφάν, στον περίβολο της εκκλησίας, τέρμα άκρη, Σαντορίνη μεριά, περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, δεν θυμάμαι, πάω να μου πουν πως δεν πρέπει να θυμάμαι –α, ναι, δεν προτίθεμαι να ξανα~θυμάμαι –cut- φορμόλη είναι, βρωμάει εαυτούς και ζωή, μη ζώσα-

-οι ναρκισσισμοί κραταιοί-

12/4/18

καθόμασταν με την Λενιώ στου Κατσίγιαννη, άναβε σιγά-σιγά τα φώτα του το Μπούρτζι, τα μάτια του Νικολού λάμπαν λαμπάκια ανοιχτά, στο διπλανό τραπεζάκι, πάντα γαλάζιο, ο Γιάννης αυτοσχεδίαζε αυτό: 

https://youtu.be/JxdU3Ch5M_g

πόσο πιο σημαντικό να αρμενίζουν μαζί δυο ψυχές διδύμων....

Με τη Λενιώ συμφωνούμε στο απόλυτο γαλάζιο των νερών στο Κοντύλι, σαν να είναι Σαντορίνη



Kόρη τ’ Αργολικού

στην Ελένη Νανοπούλου


Την αλμύρα

     της δικής μας θάλασσας

                              οι λέξεις
σου

       -απαντούνε-

  σταγόνες βροχής

                    από κόπους

                                               -κοινούς-

??? καινούς ?? ~~~

                μελάνη

                                             οι φθόγγοι σου

μαυρωμένες

                                   καταβολές\???

μικρές, κοινές πατρίδες

πικρίζουν

                                τ’ άγγιγμα

της γης

ανατολές

                                                                       χρυσίζουν

                                                     τα δέντρα σου

τα πατρώα χτήματα

κτήμα μνήμης

ακάθιστης

ως ‘Υμνος

κόλποι

      μαζί

    μήτρα

         μητέρα μία

θίνες

δίνες

δεινά

αταβίζουν

ες χρυσείην Μυκήνην

ες χρυσείην Ασίνην

      Το φεγγάρι

                                στο Καστράκι

ο κόλπος
                          του Βιβαριού

   Βάφουν γλαυκό
το μαύρο
των ματιών σου

γαλάζιες
ανταύγειες

σπέρνουν

στον
αχάτη
της κόμης.

Σκούρα θάλασσα

 του Κοντυλιού

ολό~φω~τα

σούρουπο

τ’ Αργολικού

κοιτάξαμε

με
                         τα ίδια μάτια

                                                           πλυμένα,
           καθαρά,
                                        απ’ την αρχή.

Ευχή:

Η μελάνη
                   να βαφτεί
                                           ξανθή    

Ν’ αχνίζει
                            τον ορίζοντα

-ορίζει-
                                       περίκλειστα

το δικό μας Μπούρτζι
                            
                                  Κόρη
    
                               της   Αργολικής
                                                                            
                                                                 αφής.


Ανάπλι, 15/04/2012



9/4/18


όταν ανοίγει ο καιρός
σπρώχνοντας σε απλωτές
πάει κι ασβεστώνει σκαλιά κι εκκλησιές
ρούγες και υδρορροές.

όταν ανοίγεις στον καιρό
με χέρι ανάπηρο
πόδι χωλό
αναδιπλωμένον εαυτό

{πρόσφορα κάποτε στον δικό σου Χριστό
αρτιμελή με μιαν ευχή}

/πετσοκομμένα
από ω! τις κραταιές  προθέσεις
ψευτίσαν σε προθήκες
σαν κούκλες γυμνές\

τι θες κι αναρωτιέσαι
για τα σοβατίσματα;
εσένα δεν σ’ αρέσουν
τα φτιασίδια

-φύγε
μακριά
παραμυθίες τρέφουν
εγώ σε καθρεφτίσματα
 νούφαρα απατηλά

αναπηρία ανάπηρη σου τάξανε

-αποκαθήλωση/.




©AR 9/4/2018

5/4/18

τότε, που ζούσαμε.... αξεπέραστος Λαβύρινθος κι ο χορός ήταν inner



Praha-Berlin

***
βαδίζοντας

βήμα χωλό

βαΐζοντας

εν μέσω οιμωγών

κραυγές καταδίκης
για τις λίγες σταγόνες
δροσιάς
τα νεκροκύτταρα
δεν ανασταίνουν κανέναν
να πετάς
αν μπορείς
στο σύμπαν
μπλε σκούρο
κανένας θεός
η καταδίκη επί γης
 ειρήνη καμία
ευδοκία καμία -
 © ΑΡ 7/4/2018