18/4/18

http://www.gak.gr/arxiki/ekdilosiSamos/prosklisi.jpg

στην θέση: πολύ περήφανη για τους φίλους μου, η Αγγελικούλα έκοψε το μαλλί και 10 χρόνια μαζί, το καλοκαίρι έδειχνε πολύ κουρασμένη από την δουλειά, ο Χρήστος ένας κούκλος, ο Νικόλας ο Καραπιδάκης, τόσο παλιός φίλος που δεν το θυμόμαστε πόσο.  μία πανέμορφη εκδήλωση χθες, για να τιμηθούν οι εκδόσεις για τα Σαμιακά, του Χρήστου Λάνδρου, της Αγγέλας Χατζημιχάλη και τόσων άλλων, ένα κοπιωδέστατο έργο ζωής των παιδιών, στην θετή πατρίδα συγγνωστό κι αγαπημένο, στα βιβλιοπωλεία τοπ σε πωλήσεις, από πέρυσι μου τα δώσαν κι ακόμα διαβάζω και διαβάζω, εγώ που δεν διαβάζω, άπληστα καταπίνω σελίδες για τα Σαμιακά, γνώμη: να αναζητήσετε και να τα διαβάσετε, είναι όλη, μα όλη η Ιστορία μιας πατρίδας=όλες οι πατρίδες

*το  φυλάκιο στην Μυκάλη απέχει μόλις ένα μίλι από την Τουρκιά,συχνά, χωρίς πέδιλα, διασχίζουμε την απόσταση, φτάνουμε στο φυλάκιο των Τούρκων, τα παιδιά βάζουν μπρίκι για καφέ, νεράκι, ξεκουραζόμαστε και πίσω πάλι, στο ελληνικό φυλάκιο κερνάνε νεράκι, δεν θέλουμε άλλον καφέ, αναζητήστε τα Σαμιακά αρχεία, δεν θα χάσετε, πλούτος του τι σημαίνει γειτονία λαών, κατάργηση εθνών, αναζητήστε τα, ομορφαίνουν τις ζωές μας σαν τις Σαμιακές θάλασσες

17/4/18


Και όταν
θα έχουμε πια
ξεπαστρέψει
ο έναν τον άλλο
θα επιστρέψουμε
στην υπέροχη
μελαγχολία του
τίποτα
που ποτέ δεν αποτρέψαμε
θα γυρνάμε στον αέρα
σάπιες σάρκες
με ανέπαφες μνήμες
σκονισμένοι
απρόσωποι
διαμελισμένοι
νεκρή φύση
θα λέμε
αν ζούσαμε
-μια φορά και έναν καιρό
ήταν ο άνθρωπος
περπάτησε την ιστορία
δεν έμαθε τίποτα-
α.γ/

-πόσο πολύ μου αρέσει η γραφή αυτού του κοριτσιού.... Αναστασία Γκίτση το λένε και γράφει ωραία, έτσι, όπως μας αρέσει εμάς

Θεοφάνης Τάσης στην «Κ»: Απολαμβάνουμε βάσει των... likes



τον παρακολουθώ, είναι πολύ καλός, χαίρομαι που τον έχω γνωρίσει, σε άλλο κοινωνικό περιβάλλον

αλιεύματα

ένα πολύ ωραίο κείμενο της Ελένης, αλιευμένο @Eleni Nanopoulou


Δυο πεύκα, πεντακόσιες χιλιάδες και βάλε βελόνες, να βλαστημάω στο σκούπισμα, να βουίζω μαζί με τις μέλισσες. Να τις έπαιρνε ο αγέρας της Τροίας που μ’ ένα μικρό λουλουδάτο φουστανάκι ίσαμε το γόνατο χλιμίντριζαν πάνω στα πόδια μου, τηλεγραφόξυλα έλεγε η μάνα κι έλεγα τώρα θα χαθώ από μυρωδιές, μουσικές, παλιά μπαούλα, θα μπω στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και στα αινίγματα της Μαρί – Οντ Μυράιγ, στο σφαιρικό κέλυφος των αχινών πεσμένη κατάχαμα, κανείς δεν θα με βρει. Μονάχα μη μιλήσω… μη... που έτσι νηστικές ρουφήξουν απ’ τη γλώσσα το θόρυβο, το στρογγυλό μελάνι απ’ το σφαγμένο δόντι κι άντε να μου βρω άλλο να σου γράψω την αγάπη. Κοριτσάκι; Μη στα δέντρα… ξεψυχάνε όταν τ’ ακουμπάς. Τότες ήρθανε πουλιά, κοκόρια, δύο παγώνια, πέντε- έξι ορτύκια, παπιά και καμιά σαρανταριά κουνέλια. Λαχτάρισαν οι μέλισσες από τις σολομωνικές κραυγές, έφυγαν για το Βόσπορο. Ξεκόλλησα από τα πεύκα κόκκινη. Ξυπόλητη τριγύριζα σαν αδέσποτος σκύλος, από δρόμο σε στενό κι απάνω στον ουρανό της Πυργέλας τηγάνι τ’ αστεράκια και τα φεγγαρίσια μάτια «οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης» έγραψε ο Γιώργος Μακρής, στη μονή Καρακαλά μια εικόνα για χάρη μου χαμογελά, μέσα στο λεύκωμα γίνομαι δεκατρία, μικρή σημείωση-το σ’ αγαπώ σημαίνει αιώνια κι άλλο τόσο, μόνο που πλάνταξε. Σκαρφαλώνω μυγδαλίτσες και λεμονίτσες, μυρίζω κουφετί φρούτο ή χώμα ανοιξιάτικο. Η άνοιξη είναι μια κουτσομπόλα γάτα, δεν τρελαίνεται. -Να μου αγοράσεις ψυχραιμία – της είπα, γιατί εμένα τρελαίνονται τα άντερα μου και τσακίζομαι, κρεμόμαστε σαν λιαστά χταπόδια. Γελάκια; Έτσι το ‘θελε ο θεούλης μου ο μοσχοκάρυδος που μου ‘φτιαξε ένα τόπο με κλαράκια, ανθάκια ξυνομυριστά, βασιλικούς και ρίγανες μπροστά στο κάδρο της Παναγιάς της πορτοκαλούσας. Κεράκια λευκά τα νιόπαντρα, τ’ ανύπαντρα λαβ λαβ λάβα, ουράνια φλεγόμενα πουλάκια, ανεκπλήρωτες γαμημένες επιθυμίες και πέθανεμε να σε χαρώ, να σε χορτάσω, να σε χορέψω μάτια μου, λάμπεις, πω πω πως λάμπεις. Είχα δυο κρυψώνες να βάζω τις λάμψεις και τις εκρήξεις κι ένα ερωτικό γράμμα που όταν το έχασα έπιασα το μοιρολόι. Ύστερα μου ‘κόψαν τα μαλλιά κι έπεσα να πεθάνω.

*αυτό τώρα με τα πεύκα και τις πευκοβελόνες, Ναύπλιο-Πυριέλλλλα {την έλεγε η μάνα μου κοροϊδεύοντας, τα χτήματά μας τω πάλαι εκεί} 7 χιλιόμετρα δρόμος, εμείς τα καθαρίζαμε με τα Πουλάκια και τις Οδηγούς στο Πάρκο, με τρέχανε για αλλεργίες από την γύρη πάντα τέτοιες εποχές*
**κείμενο για όλων των ειδών τις επιθυμίες, χαρά για τις φίλιες γραφές που θαυμάζουμε**

14/4/18


“…Βρέχει μάτια, βρέχει σε μάτια και τα δάχτυλα, κοκκαλωμένα κι αυτά. Η γλώσσα, αμίλητη. Εμείς, σκουπίζουμε  ακούραγα σκούρα γης, αν καρπίσει, κάρπισε, αν δεν, σκουπίζουμε μάτια, η θέση σε δοκιμαστικό σωλήνα φορμόλης"...

Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά…
αν κάποιος θέλει, αμέσως φαίνεται,
-λέω πάντα, two to tanguear-
Ο θάνατος είναι φορμόλη
στη φορμόλη χωράνε τόσα, κρινάκια, ποντικάκια και υπολείμματα χεριών εν αχρηστία, τι να κάνει κανείς τόσα δάχτυλα πεσμένα καταγής…”
-μετεωριζόμενοι μεταξύ ουρανού και γης,
είμαστε και δεν είμαστε, εμείς…

-στην θέση «φορμόλη», η εγγραφή μη δυνατή, δάχτυλα γηραιά, μας βάλαν στους γηραιούς, ξαφνικά- καμπυλώνουν σε ένα δοξαπατρί Χριστού που δεν υπήρξε ποτέ δικός μας, μόνο το τέμπλο και οι άμβωνες, ψηλοί και σκιεροί- και τα πλακάκια, παλαιακά, για παρά~κλίσεις, το φόρεμα θυμάμαι, κόκκινο με κίτρινα ανθάκια, αι γενεαί πάσαι, καμία ταφή, κανένας Χριστός, ούτε καν εσύ, με το μπουφάν, στον περίβολο της εκκλησίας, τέρμα άκρη, Σαντορίνη μεριά, περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, δεν θυμάμαι, πάω να μου πουν πως δεν πρέπει να θυμάμαι –α, ναι, δεν προτίθεμαι να ξανα~θυμάμαι –cut- φορμόλη είναι, βρωμάει εαυτούς και ζωή, μη ζώσα-

-οι ναρκισσισμοί κραταιοί-

12/4/18

καθόμασταν με την Λενιώ στου Κατσίγιαννη, άναβε σιγά-σιγά τα φώτα του το Μπούρτζι, τα μάτια του Νικολού λάμπαν λαμπάκια ανοιχτά, στο διπλανό τραπεζάκι, πάντα γαλάζιο, ο Γιάννης αυτοσχεδίαζε αυτό: 

https://youtu.be/JxdU3Ch5M_g

πόσο πιο σημαντικό να αρμενίζουν μαζί δυο ψυχές διδύμων....

Με τη Λενιώ συμφωνούμε στο απόλυτο γαλάζιο των νερών στο Κοντύλι, σαν να είναι Σαντορίνη



Kόρη τ’ Αργολικού

στην Ελένη Νανοπούλου


Την αλμύρα

     της δικής μας θάλασσας

                              οι λέξεις
σου

       -απαντούνε-

  σταγόνες βροχής

                    από κόπους

                                               -κοινούς-

??? καινούς ?? ~~~

                μελάνη

                                             οι φθόγγοι σου

μαυρωμένες

                                   καταβολές\???

μικρές, κοινές πατρίδες

πικρίζουν

                                τ’ άγγιγμα

της γης

ανατολές

                                                                       χρυσίζουν

                                                     τα δέντρα σου

τα πατρώα χτήματα

κτήμα μνήμης

ακάθιστης

ως ‘Υμνος

κόλποι

      μαζί

    μήτρα

         μητέρα μία

θίνες

δίνες

δεινά

αταβίζουν

ες χρυσείην Μυκήνην

ες χρυσείην Ασίνην

      Το φεγγάρι

                                στο Καστράκι

ο κόλπος
                          του Βιβαριού

   Βάφουν γλαυκό
το μαύρο
των ματιών σου

γαλάζιες
ανταύγειες

σπέρνουν

στον
αχάτη
της κόμης.

Σκούρα θάλασσα

 του Κοντυλιού

ολό~φω~τα

σούρουπο

τ’ Αργολικού

κοιτάξαμε

με
                         τα ίδια μάτια

                                                           πλυμένα,
           καθαρά,
                                        απ’ την αρχή.

Ευχή:

Η μελάνη
                   να βαφτεί
                                           ξανθή    

Ν’ αχνίζει
                            τον ορίζοντα

-ορίζει-
                                       περίκλειστα

το δικό μας Μπούρτζι
                            
                                  Κόρη
    
                               της   Αργολικής
                                                                            
                                                                 αφής.


Ανάπλι, 15/04/2012



9/4/18


όταν ανοίγει ο καιρός
σπρώχνοντας σε απλωτές
πάει κι ασβεστώνει σκαλιά κι εκκλησιές
ρούγες και υδρορροές.

όταν ανοίγεις στον καιρό
με χέρι ανάπηρο
πόδι χωλό
αναδιπλωμένον εαυτό

{πρόσφορα κάποτε στον δικό σου Χριστό
αρτιμελή με μιαν ευχή}

/πετσοκομμένα
από ω! τις κραταιές  προθέσεις
ψευτίσαν σε προθήκες
σαν κούκλες γυμνές\

τι θες κι αναρωτιέσαι
για τα σοβατίσματα;
εσένα δεν σ’ αρέσουν
τα φτιασίδια

-φύγε
μακριά
παραμυθίες τρέφουν
εγώ σε καθρεφτίσματα
 νούφαρα απατηλά

αναπηρία ανάπηρη σου τάξανε

-αποκαθήλωση/.




©AR 9/4/2018

5/4/18

τότε, που ζούσαμε.... αξεπέραστος Λαβύρινθος κι ο χορός ήταν inner



Praha-Berlin

***
βαδίζοντας

βήμα χωλό

βαΐζοντας

εν μέσω οιμωγών

κραυγές καταδίκης
για τις λίγες σταγόνες
δροσιάς
τα νεκροκύτταρα
δεν ανασταίνουν κανέναν
να πετάς
αν μπορείς
στο σύμπαν
μπλε σκούρο
κανένας θεός
η καταδίκη επί γης
 ειρήνη καμία
ευδοκία καμία -
 © ΑΡ 7/4/2018

4/4/18




Μια γεύση από τη μετάφραση του "Κουτσού" από τον Αχιλλέα Κυριακίδη:
Χούλιο Κορτάσαρ, "ΚΟΥΤΣΟ", Κεφάλαιο 7
“Αγγίζω το στόμα σου, αγγίζω το περίγραμμά του μ’ ένα δάχτυλο, το σχεδιάζω σαν να ’βγαινε απ’ το χέρι μου, σαν να ’ταν η πρώτη φορά που μισανοίγει το στόμα σου κι εγώ δεν έχω παρά να κλείσω τα μάτια για να το σβήσω όλο και να ξαναρχίσω, κάθε φορά γεννάω το στόμα που ποθώ, το στόμα που το χέρι μου διαλέγει και σου σχεδιάζει στο πρόσωπο, το στόμα που το διάλεξα ανάμεσα σε όλα, που το διάλεξα κυριαρχικά ώστε το χέρι μου να το σχεδιάσει στο πρόσωπό σου, κι από ένα γύρισμα της τύχης που δε χρειάζεται να το ερμηνεύσω, να συμπέσει απόλυτα με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου” (…).
-Νομίζω, εγώ το νομίζω, πως η απόδοση του Κώστα Κουντούρη στο συγκεκριμένο χωρίο είναι καλλίτερη, ίσως διότι όταν το μετ~έγραφε ο Κώστας βρισκόταν σε ηλικία όπου μπορεί κανείς να ερωτευθεί ανθρώπους, όχι ιδέες, όχι μυρωδιές, αισθήσεις και, το κυριώτερο, παρελθόν.
*Κάθε φορά τα τελευταία χρόνια  που ακούω την Λαμπέτη σε αυτήν την ανάγνωση γυρίζω πίσω, με αλλότριους που μιλάγανε πολύ και δεν επέτρεπαν την απρόσκοπτη ακοή.
**ο ερωτισμός, είναι μέρος του Πάσχα κι αυτός, ή όχι?  πώς πλύναν οι τρεις Μαρίες το σώμα του Χριστού?  τα υπόλοιπα, αναγέννηση της φύσης, άνοιξη, κλπ, είναι της λογοτεχνίας και των ρομαντικών**







2/4/18


τα σωστά, σωστά, μια ανάσα παραλία μας χωρίζει Παναγία κι Άη Νικόλας, εμείς έχουμε σούπερ τέμπλο (κείνοι ωραιότερο πανξύλινο και παλαιότερο -του Άη Νικόλα- ) έχουμε την Χορωδία μας, έχουμε, ό,τι θέλουμε έχουμε βρε αδερφέ, τα Πεντ' αδέρφια, την Ακροναυπλία, μιαν ανάσα κοντά η Πλατεία, σαφώς την Παραλία, κείνοι τί έχουν? μα τα πάντα όλα, το ότι τους λένε ακόμη "του Γυαλού", ότι όλο το Ανάπλι είναι χτισμένο σε πασσάλους σε κείνη την συνοικία ιδιαιτέρως.
Όταν όλοι οι συνέλληνες "δι
αφορίζονται" σε ένα τσακ, να μας κι εμάς, μες στην τοπικιστική γκρίνια, υπόσχομαι, αν ανοίξει ο Άη Νικόλας, να πάμε εκεί, η μέγιστη απιστία στην Παναγία δηλαδή,αλλά, έτσι, για την τιμή α, να το πούμε κι αυτό: η Παναγία, συνήθως φτιάχνουμε τον Επιτάφιο με τα χεράκια μας, ο Άη Γιώργης μέσα σε ένα ξύλινο κουβούκλιο, αλλά ο Άη Νικόλας, δεν έχει χορωδία, δεν έχει μπάντα σαν του Αη Γιωργη, πλην τον ωραιότερο πάντα στολισμένο Επιτάφιο με μωβ και άσπρες βιολέτες, ε, να τα λέμε κι αυτά!!!!! και τις καλλίτερες ψαλμουδιές από ψάλτες ολκής, θυμάμαι μια φορά ο αδερφός με έσωσε από τα μοβόρικα χέρια του Βάγγου του Ρούσσου εκεί στο προαύλιο, πριν να αρχίσουν οι Επιτάφιοι, διότι του φώναζα πως ήταν κλέφτης στα όπλα μας!!!!!!  

ένα κείμενο του Κώστα του Καράπαυλου http://airetika.blogspot.gr/2018/04/blog-post.html, συνυπογράφω, φυσικά...




όσο κι αν απεχθάνεται κανείς την σημερινή εικόνα μιας πόλης  εκπορνευμένης στο τίποτα δεν ξέρω κάτι πιο πολύτιμο από το να βγαίνεις στην ρούγα, "γειά σου Γιώργη, γειά σου Νία, γειά σου Ρίτα, γειά σου Γιαννάκη".