31/3/17

…Βρέχει μάτια, βρέχει σε μάτια και τα δάχτυλα, κοκκαλωμένα κι αυτά. Η γλώσσα, αμίλητη. εμείς σκουπίζουμε σκούρα γης, αν καρπίσει, κάρπισε, αν δεν, σκουπίζουμε μάτια, η θέση σε δοκιμαστικό σωλήνα φορμόλης.

Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά…
-λέω πάντα,two to tanguear-
Ο θάνατος είναι φορμόλη
στη φορμόλη χωράνε τόσα, κρινάκια, ποντικάκια και υπολείμματα χεριών εν αχρηστία, τι να κάνει κανείς τόσα δάχτυλα πεσμένα καταγής?



τι μυστήριοι οι νευρώνες του νου...


μ' αυτά τα μάτια λυτά στη Μπαρσελόνα θαρρώ πως θε να πεθάνω-

πηγαίναμε και πηγαίναμε με αυτό, χτυπήσαμε με αυτό, σωθήκαμε με αυτό: πρόσεχε το γκάζι ρε, γμτ!!!

30/3/17

πες η ηλικία, προχωρημένη, πες η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, έχω αρχίσει να κουράζομαι για τα απλούστερα "κεκτημένα"
τα ρέστα θα είναι νομικά
ζητάς από τη Βιβλιονέτ να διορθώσει όσα πρέπει και δεν μπαίνει στον κόπο, επανέρχεσαι ευγενέστατα και "πέρα βρέχει", ε, όταν βρέξει αλλιώς να μας δούμε...
Αν κάποια χάρηκε που η Λισπέκτορ βρήκε κι άλλους αποδέκτες είναι σαφώς η πρώτη που την γνώρισε ελληνιστί έστω και σε ελάχιστο αναγνωστικό κοινό. Υπήρξα και έτσι θα πεθάνω, της ίδιας γνώμης: "αφήστε όλα τα λουλούδια ν' ανθίσουν", να ανθίσουν χωρίς καταπάτηση δικαιωμάτων όσων τα φύτεψαν όμως, ή όχι? Θα έχω ακράδαντα την  ίδια γνώμη: "θέλω να δω όλα τα έργα της Κλαρίσε Λισπέκτορ μεταφρασμένα στα Ελληνικά", γιατί? διότι όλα, μα όλα της τα έργα είναι σπουδαία. Αν τύχει και μεταφράσω κι εγώ κάποια, τι σημασία να έχει? σε καλά χέρια να πέσει κι αυτό αρκεί -της το είχα, εξάλλου υποσχεθεί-.
Όταν, όμως,  η εγγενής ευγένεια εκλαμβάνεται ως αδυναμία, το έχω ξαναπεί, εκτός διαδικτύων, βεβαίως, κάποιοι θα την  "πατήσουν" και δεν θα είναι οι εγγενώς ευγενείς...

στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα από το Επίμετρο που έχω υπογράψει και των οποίων τα συγγραφικά δικαιώματα διατηρώ καθώς και κάποια κομμάτια από το πρώτο μεταφρασμένο Ελληνικά έργο της "Κοντά στην άγρια καρδιά", των οποίων τα δικαιώματα ομοίως διατηρώ:



Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1920 και πέθανε στο Ρίου ντε Ζανέιρου στις 9 Δεκεμβρίου 1977. Θεωρείται μία από τις κύριες εκπροσώπους του μοντερνισμού -και για ορισμένους του μεταμοντερνισμού- στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του εικοστού αιώνα, παγκοσμίως.
Με το «Κοντά στην άγρια καρδιά», το πρώτο της μυθιστόρημα, χάραξε καινότροπους και μοναχικούς δρόμους στη βραζιλιάνικη πρόζα. «Δεν γράφει κανένας όπως εκείνη, εκείνη γράφει όπως κανένας».

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Ο γάμος

Η Ζουάνα θυμήθηκε ξαφνικά, απροειδοποίητα, εκείνη όρθια, ψηλά στη σκάλα. Δεν θυμόταν να είχε σταθεί ποτέ στο πάνω μέρος μιας σκάλας, κοιτάζοντας προς τα κάτω, κατά κείνον τον κόσμο, μες στο σατέν, με μεγάλες βεντάλιες. Πολύ πιθανόν να μην είχε ζήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Οι βεντάλιες, για παράδειγμα, δεν είχαν συνεκτικότητα στη μνήμη της. Αν ήθελε να τις σκεφτεί, δε θα έβλεπε στην πραγματικότητα βεντάλιες, αλλά λαμπερούς λεκέδες να κολυμπάνε από τη μεριά στην άλλη ανάμεσα σε λέξεις στα γαλλικά, που μουρμουρίζανε προσεκτικά σφιγμένα χείλη,  τεντωμένα προς τα μπρος, σαν φιλί σταλμένο από μακριά. Η βεντάλια ξεκίναγε σαν βεντάλια και κατέληγε στις λέξεις στα γαλλικά. Παράλογο. Ψέματα ήταν, λοιπόν.
(..)
Παρέμεινε περιμένοντας δίπλα στη βιβλιοθήκη, είχε πάει να ψάξει...Τι; Χαμήλωσε το κεφάλι χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον. Τι; Φρόντισε να βρει διασκεδαστική εκείνη την εντύπωση, ότι στο κέντρο του κεφαλιού υπήρχε τώρα μια τρύπα, ένα μέρος απ’ όπου είχαν αφαιρέσει την ιδέα του τι είχε πάει να ψάξει.
         Έγειρε λίγο κατά την πόρτα και ρώτησε με δυνατή φωνή και τα  μάτια κλειστά:
         -Τι ήθελες Οτάβιου;
         -Το βιβλίο του Δημοσίου Δικαίου, είπε ο Οτάβιου και πριν να συγκεντρώσει και πάλι την προσοχή του στο τετράδιο, της έριξε μια γοργή, έκπληκτη ματιά.
Του πήγε το βιβλίο, απούσα, με νωχελικές κινήσεις. Ο Οτάβιου περίμενε με το χέρι απλωμένο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Παρέμεινε ένα λεπτό με το βιβλίο τεντωμένο σε μικρή απόσταση από κείνον. Ο Οτάβιου δεν πρόσεξε την καθυστέρηση και με μια μικρή κίνηση των ώμων, η Ζουάνα του το ‘βαλε ανάμεσα στα δάχτυλα.
Μισόκατσε σε μια καρέκλα δίπλα του, σα να έπρεπε να σηκωθεί στη στιγμή. Σαν πέρασαν μερικά λεπτά, βλέποντας πως δεν είχε συμβεί τίποτα, ακούμπησε την πλάτη της στη ράχη του καθίσματος κι αφέθηκε να χαλαρώσει, με τα μάτια άδεια, χωρίς να σκέφτεται.
         Ο Οτάβιου συνέχισε με το Δημόσιο Δίκαιο, σταματώντας σε κάποια γραμμή και μετά, ανυπόμονα, έτρωγε το νύχι του και, παράλληλα, γύριζε γρήγορα σελίδες. Μέχρι να ξανασταματήσει, αφηρημένος, περνώντας τη γλώσσα από την άκρη των δοντιών, ενώ με το ένα του χέρι χτένιζε με τρυφερότητα τις τρίχες των φρυδιών. Μια λέξη τον ακινητοποίησε, έμεινε με το χέρι στον αέρα και το στόμα ανοιχτό σαν νεκρό ψάρι. Ξαφνικά, παραμέρισε το βιβλίο απότομα. Με λαμπερό και θριαμβευτικό βλέμμα έγραψε βιαστικά στο τετράδιο, σταματώντας μια στιγμή για ν’ ανασάνει θορυβωδώς και, με μια κίνηση που την έκανε να πεταχτεί απάνω, χτύπησε τα δόντια του με τη γροθιά του.
Τι ζώον, αναλογίσθηκε η Ζουάνα. Ο Οτάβιου σταμάτησε να γράφει και την κοίταξε τρομοκρατημένος λες κι η Ζουάνα του ‘χε κάνει κάτι. Η Ζουάνα εξακολούθησε να τον κοιτάζει αδύναμα κι ο Οτάβιου κουνήθηκε λιγάκι στην καρέκλα, αναλογιζόμενος απλώς ότι δεν ήταν μόνος του. Χαμογέλασε δειλά και δυστυχισμένα και της άπλωσε το χέρι πάνω από το τραπέζι. Η Ζουάνα ξεκόλλησε την πλάτη της από τη ράχη της καρέκλας και του πρόσφερε την άκρη των δαχτύλων της. Ο Οτάβιου τα πίεσε βιαστικά, χαμογελώντας κι έπειτα, πριν καλά-καλά βρει χρόνο να τραβήξει το χέρι της, αυτός επέστρεψε και πάλι ορμητικά στο τετράδιο με τη μούρη χωμένη μέσα του, γράφοντας με το μολύβι στο χέρι.
-σημ: ο τότε, άριστος, αλλά με ξένα εμού κριτήρια, επιμελητής του βιβλίου, "γύρισε" όλα τα σαν σε σα, έβαλα τις φωνές, του είχα ήδη πει πως επιμέλεια είχα καλά κάνει και δεν χρειαζόταν να πειράξει ένα "και" διότι θα διαταρασσόταν η δομή και η αρμονία των φράσεων, διότι αυτό είναι ένα κείμενο που πατάει στιβαρά στη μουσική και στις αρμονικές της -το σαν, ποτέ δεν χάνει το ν, τα επανέφερε και τελικώς πολλά μείναν ορφανά, λυπάμαι για την έντυπη έκδοση και τα άλλα λίγα της λάθη που βρέθηκαν, τόσο, που βρέθηκε και "πολυπράγμων" κριτικός -δήθεν-λογοτεχνίας να εξάρει "την ρέουσα" μετάφραση (τι πρωτότυπο, ευχαριστώ) ακροτελευτίως, αφού "μας πήρε από τα μούτρα" για λάθη που ούτε καν υπήρξαν, παραπέμποντας σε σελίδες κιόλας χωρίς το παραμικρό λάθος, σημεία των τότε, ως σήμερα, καιρών. Ειρήσθω, αν και πνιγμένη στη δουλειά, τότε, ειλικρινώς θύμωσα και είπα κάτι να γράψω στο έντυπο, όχι για μέναν, φυσικά, για την συγγραφέα και την ποιότητά της, θες η έλλειψη χρόνου, θες ότι απαξίωνα ως σήμερα κάποιους που μεταξύ ονόματος και επιθέτου βάζουν Poet, τα διαολόστειλα και κάλλιστα έπραξα, θαρρώ- συγγνώμην που την πρώτη και μόνη γλώσσα που μου δίδαξαν ήταν η Ελληνική, δύσκολη, ως τώρα προσπαθώ, ως σήμερα, μαθητούδι πάντα, μαθαίνω-.

*από το Πρώτο μέρος:


         Ο ήλιος κουνιόταν στο ηλιοβασίλεμα, εκεί έξω, στα πράσινα κλαριά των δέντρων. Τα περιστέρια είχαν το ελεύθερο να κουτσουλίζουν το έδαφος. Πότε-πότε έφτανε ως την αίθουσα το αεράκι κι η σιωπή από την αυλή του διαλείμματος. Φαίνονταν τότε όλα πιο ανάλαφρα, η φωνή της δασκάλας κυμάτιζε σαν λευκή σημαία.
                  --Κι από τότε κι αυτός κι όλη του η οικογένεια ζήσαν ευτυχισμένοι κι εμείς καλύτερα.
                  — Σιωπή. Τα δέντρα νανουρίζονταν στο εξοχικό, ήταν μια μέρα καλοκαιριού.
                  – Να γράψετε μια περίληψη αυτής της ιστορίας για το επόμενο μάθημα.
                  Ακόμα βυθισμένες στο διήγημα, οι πιτσιρίκες κινούνταν αργά, με μάτια γελαστά, στόματα χαμογελαστά.

                  - Τι κερδίζουμε όταν ήμαστε ευτυχισμένοι; Η φωνή της ήταν καθαρή και λεπτή.  Η δασκάλα κοίταξε κατά τη μεριά της Ζουάνας.
                  --Επανάλαβε την ερώτηση…
                  Σιωπή. Η δασκάλα χαμογέλασε ενώ στοίβαζε τα βιβλία της.
                  --Κάνε πάλι την ερώτηση, Ζουάνα, δεν σε άκουσα.
                   --Ήθελα να μάθω τι συμβαίνει αφού γίνουμε ευτυχισμένοι.  Τι γίνεται μετά;  Επανέλαβε το κορίτσι πεισματάρικα.
                  Η δασκάλα έδειχνε ξαφνιασμένη.
                  --Τι ιδέα είναι αυτή!  Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, άντε από ‘κει, τι ιδέα κι αυτή!  Για κάνε την ίδια ερώτηση με άλλες λέξεις, έλα…
                  --Να είμαστε ευτυχισμένοι για να πετύχουμε τι πράγμα;
                  Η δασκάλα κοκκίνισε, δε θα ήταν σε θέση να πει γιατί κοκκίνιζε. Κατάλαβε πως όλη η τάξη κρεμόταν από τα χείλη της κι έβγαλε την πιτσιρικαρία διάλειμμα.
                  Ο επιστάτης ήρθε να φωνάξει τη μικρή να πάει στο γραφείο.  Η δασκάλα ήταν εκεί.
                  --Κάτσε…Έπαιξες πολύ;
                  --Λιγάκι…
                  --Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
                  --Δεν ξέρω
                  --Καλά.  Να σου πω, έχω κι εγώ μια ιδέα, κοκκίνισε.
                  --Πάρε ένα κομμάτι χαρτί και γράψε αυτή την ερώτηση που μου έκανες σήμερα και φύλαξέ το για πολύ καιρό. Όταν θα είσαι μεγάλη, ξαναδιάβαστην.  Ποιος ξέρει;  Ίσως μια μέρα να μπορέσεις να δώσεις εσύ την απάντηση κατά κάποιον τρόπο… Έχασε το σοβαρό της ύφος, κοκκίνισε. Μπορεί να σκεφτείς τότε ότι αυτό δεν έχει σημασία, ή τουλάχιστον, να διασκεδάσεις με…
                  --Όχι.
                  --Τι όχι; Ρώτησε έκπληκτη η δασκάλα.
                  --Δεν μ’ αρέσει να διασκεδάζω, είπε η Ζουάνα με περηφάνεια.
                  Η δασκάλα ξανακοκκίνισε.
                  --Έχει καλώς, άντε να παίξεις.
                  Όταν η Ζουάνα  είχε φτάσει χοροπηδώντας στην πόρτα, η δασκάλα την ξαναφώναξε’ αυτή τη φορά είχε κοκκινίσει μέχρι τ’ αυτιά, με τα μάτια χαμηλωμένα και τακτοποιώντας τα χαρτιά που είχε πάνω στο τραπέζι:
                  --Δεν σου φάνηκε παράξενο...ή καλύτερα δεν σου προξένησε έκπληξη που σου είπα να γράψεις αυτή την ερώτηση και να την φυλάξεις;
                  --Όχι –έκανε η Ζουάνα.
                  Και γύρισε στην αυλή.

(...)

© δικαιώματα κατοχυρωμένα ΑΡ

γιατί έτσι...



απόπειρα και πάσης πατρίδος



Τέλη της δεκαετίας '80, κάποια παιδιά που πήγανε στην μεγάλη πόλη, σπουδάσανε και γυρίσανε στη μικρή πατρίδα, τότε έπνεαν τα λοίσθια της εποχής οι συλλογικότητες, είπαν ν' ανακατευτούν ενεργότερα με τα κοινά, τότε φτιάξανε και την Απόπειρα, από απλή εφημερίδα, πέρασε στις εκδόσεις και στα συλλεκτικά σήμερα Ετήσια Ημερολόγια που διαφυλλάτουμε ως κόρην οφθαλμού, από κοινή ιδεολογική και πολιτική τότε αφετηρία, συγκροτήσαν την "Άλλη Πρόταση" και μπήκαν στο Δημαρχειακό Συμβούλιο πάντα ως μειοψηφία. Απετέλεσαν για χρόνια κι ως σήμερα τον "ψύλλο στον κόρφο" της πασίγνωστης στον συντηρητικό κόσμο Ναυπλίας. Τις προάλλες, κάναν μιαν αναμνηστική συνάντηση στο Φουγάρο και πολύ ζήλεψα που δεν ήμουν εκεί, με τον Κώστα τον Μιχόπουλο, τη Λέλα τη Λαπαθιώτη, τη Θάλεια την Αντωνιάδη, τον Βασίλη τον Βενετσανόπουλο και τόσους και τόσες άλλους κι άλλες.
Στο βήμα αριστερά ο Κώστας Καράπαυλος, δικηγόρος, κι ο Μπάμπης Αντωνιάδης, μηχανικός. Συζητείται να ξαναβγεί η "Απόπειρα", καλλίτερη ιδέα δεν έχει ακουστεί στην Αργοναυπλία του σήμερα, με τόσους άχρηστους ως δήθεν δημοτικούς, λέει, "αρχόντους", τυπικότατο δείγμα ο ερίτιμος κ. Δήμαρχος Άργους.
από το απολαυστικό εν πολλοίς αλλά πάντοτε καλά ενημερωμένο Παλαμπούρτζι του Βαγγέλη και φωτό του ομοίως φίλτατου εικαστικού Αργείτη Ρήγα Ρηγόπουλου, αδερφού του Γιάννη μας, έξοχου ποιητή, που πρώτος, στη δεκαετία του '70, έστησε την εφημερίδα πάντων των Αργοναυπλιωτών "Αναγέννηση":

https://palabourtzi.gr/2017/03/20/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1-2017-%CE%B5%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C-%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87/



πολλά άσπρα μαλλιά, εδώ ο Κώστας μόλις έγινε παππούς!!!, η Λέλα στο άκρο αριστερά με το κόκκινο,
μιλήσανε κι ο Λάκης (Κανέλλος) ο Κανελλόπουλος, κοινωνιολόγος και ως σήμερα Διευθυντής του πολύπαθου Πελοποννησιακού μας Μουσείου της ντέιμ κυρίας Νανάς Παπαντωνίου κι ο πάντα φίλος Γιώργης Ελενόπουλος, πάντοτε γραφείο Τύπου του κυρίου Γεωργάκη που επανέκαμψε στην "κοιτίδα του" για να μην χάσει τη θεσάρα στην Σοσιαλιστική Διεθνή (δυστυχώς για το πανελλήνιον) τος πα. Και εις άλλα παιδιά!!!

ένα ποίημα του Γιάννη από το φίλιο μπλογκ του φίλτατου Δημήτρη Τρωαδίτη:


ΞΥΔΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ
την κορυφή της σκάλας
στέκεσαι και αγναντεύεις τη θάλασσα
Στο πρώτο σκαλοπάτι πεσμένος
προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του:
Άγγελος είναι λαβωμένος.
Δεν τον κοιτάς.
Ο δικός σου άγγελος περιμένεις νάρθει από τα νερά.
Ο λαβωμένος θέλει να σου πει μια ιστορία
πούχει να κάνει με την αγάπη
με τη θάλασσα
και τα μαχαίρια.
Θέλει να σου πει πως τον βρήκαν απροστάτευτο
από τη δική σου απαντοχή
και τούσπασαν τα φτερά.
Ελεύθερη νάσαι πια
Να μην τον καρτερείς γιατί δεν θάρθει.
Όμως όπως εκείνα τα πουλιά
που έχουν δεχτεί τα βόλια
και σέρνονται στους θάμνους ή τα πεζοδρόμια
ήρθε στο πρώτο σκαλί σου κι έπεσε.

Είναι αυτός που καρτερούσες.
Ξέπλυνε τον με ξύδι
και ράντισε τον με αρμύρα.
από εδώ:

-ο Γιάννης είναι άνθρωπος με ειδικές ανάγκες, ποτέ του δεν "κλάφτηκε", ποτέ δεν ζήτησε κάτι ιδιαίτερο, για όλους εμάς, είναι ο φίλος της καρδιάς μας, ο φλεγόμενος φίλος και σύντροφος που πρώτος έστησε αμιγές βιβλιοπωλείο στ' Άργος με την ίδια επωνυμία,  "Αναγέννηση"  και αποκειμέσα περάσαν Σαχτούρηδες και Σινόπουλοι, Λειβαδίτηδες και Αναγνωστάκηδες, Ελύτιδες και Βαρβιτσιώτηδες, αναλογίζομαι με πόσο περισσό θράσος "ανέκρινε" η νεάνις και θρασίμι αφεντιά μου τον Σαχτούρη αλλά και είπε τόσα για τον μπάρμπα μου τον Γιώργη Μακρή. Το βιβλιοπωλείο ως πρόσφατα κρατούσε ο Ρήγας με τη γυναίκα του.

άσχετο, για την ιστολόγο, οι καλλίτεροι Αργοναυπλιώτες ποιητές μετά τον μακαρίτη Θοδωράκη Κωστούρο, βεβαίως, βεβαίως, φαρμακοποιό και δαιμόνιο, κτήτορα του πέρα από τον Αμφιτριώνα σπιτιού-"κάστρο" το λέμε μεις- πάνω στα Πέντ' αδέρφια,  είναι ο Γιάννης Ρηγόπουλος και η Στέλλα Βλαχογιάννη, ο Γιάννης στ' Άργος και το Στελλιώ που μεγάλωσε στ' Ανάπλι.

*μικρή προσωπική ανάμνηση: αμέσως μετά την Χούντα άνθισαν οι "εθνικοτοπικές", τότε κάναμε Σύλλογο Φοιτητών Αργολίδας, πρόεδρος, ο Νίκος Καρούζος, σύντροφος στον Ρήγα και συμφοιτητής μου, εξ Άργους ορμώμενος, σήμερα δικηγόρος εκεί και πολλές φορές υποψήφιος Δήμαρχος, η αφεντιά μου αντιπρόεδρος κι ο Γιάννης Ρηγόπουλος Γ.Γ. -Μία απίστευτη εικόνα, ακόμη επί Χούντας: έμπαινε ο Καρούζος, οι πατεράδες μας δικηγόροι, συνοδοιπόροι και στενοί φίλοι, στο Αμφιθέατρο της Σχολής κρατώντας υπό μάλης το Κεφάλαιο του Μάρξ, άνοιγε, σηκωνόταν με την ψιλόλιγνη τότε σιλουέτα του και το δαιμόνιο αλά Ρασπούτιν, πλην ξανθό του, μούσι, την σιμή μύτη και την απαλή φωνή και άρχιζε να διαβάζει στον χουνταίο καθηγητή της Κοινωνιολογίας, σεισμός στο αμφιθέατρο...., μου έκανε πάσα και συνέχιζα, μας βγάζαν "καροτσάκι" από το Αμφιθέατρο, είχαμε τον δικό μας πράκτορα, τον  Καραπαναγιώτη, περνάγαμε "ωραία", τι ωραία χρόνια ρε γμτ!!!!
Το 1974 και 1975 οργώσαμε στην κυριολεξία όλη την Αργολίδα, συντηρητικό-βασιλική ως τα μπούνια, για να στήσουμε μηχανισμούς του ΚΚΕες. Πολυτιμότατη η συνεισφορά του Κίμωνα Κομνηνού, σήμερα Φαρμακοποιού στ' Ανάπλι. Οργανώθηκε μία παρουσίαση για την επέτειο του Πολυτεχνείου το 1975 στη Βιβλιοθήκη μας, "Παλαμήδης", φτάνουμε και είχαμε πει πως θα κάνω την εισήγηση (Νίκος, Γιάννης κι η αφεντιά μου είμασταν στο Πολυτεχνείο), δεν είχα γράψει τίποτα (σκέτος Χατζηδάκις σε κάτι τέτοια!!!), μου δίνουν καταφύγιο στο μόλις ανοιχθέν βιβλιοπωλείο του σύντροφου Γεράσιμου, πάνω στην Πλατεία, κάτω από του Μελισσινού, δυστυχώς, λίγο διήρκεσε το βιβλιοπωλείο του, ο Γεράσιμος ασθένησε.... εδώ και χρόνια είναι το παγωτατζίδικο "Δωδώνη". Θυμάμαι να γράφω πυρετωδώς πάνω σε κάτι λεπτά γαλάζια τσαλακωμένα από τον σάκο φύλλα αλληλογραφίας ως την τελευταία στιγμή. Πάμε, το διαβάζω κι έρχεται από το βάθος της κατάμεστης αίθουσας ο πανύψηλος Λούης Λάμπρου, με φίλησε και είπε: "σου σφίγγω το χέρι παιδί μου, συνεχίζεις στον δρόμο των γονιών σου", μια ζωή ΚΚΕ ο κ. Λούης με διώξεις, οι Γερμανοί τουφέκισαν τον λίγο μεγαλύτερο αδερφό του Νίκο, ψιλοσυγκινησιακή πρέπει να ήταν αυτή η εισήγηση, προφανώς. Βγαίνοντας από τη Βιβλιοθήκη, σε κάποιο άλλο μέλος του ΔΣ του Συλλόγου μας δεν άρεσαν όλα αυτά, ζήλεψε, δεν ζήλεψε, τι να  πω???? -Πασοκτζής ήταν-, μου βουτάει τα φύλλα και τα κάνει κομματάκια, μία από τις τόσες φορές που υπέστην βία, δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω, ούτε τα άλλα παιδιά. Πάει κι αυτό...
**γνωρίζω τον κύριο Λούη από τότε που γεννήθηκα,γείτονας στο διπλανό μας σπίτι, χαλκέντερος, ο τελευταίος επιζών της γενιάς του, πριν δύο χρόνια του κάμαν ένα ντοκυμανταίρ, τώρα φοιτητές του Μεταπτυχιακού του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στ' Ανάπλι του κάνουν παρουσίαση, λυπάμαι που δεν μπορώ να είμαι, δεν πειράζει, θα τον δω το καλοκαίρι ή το νωρίτερο το Πάσχα κάτου:
https://argolika.gr/2017/03/28/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%80%CF%81/


από δεξιά: ο κόκκινος τοίχος του ξενοδοχείου Αμφιτρύων, τα σκαλιά του Κυριαζόπουλου, οικία Βασίλη Κυριαζόπουλου (εδώ μεγαλώσαμε εμείς), το ψηλό σπίτι των Λάμπρου, ο γεννήτωρ, πατέρας του Λούη, κύριος Μιχαλάκης Λάμπρου, ο πιο γλυκός και μειλίχιος άνθρωπος που γνώρισα στον βίο μου, πολυπράγμων, με πολυκατάστημα από την δεκαετία του '20 στον Μεγάλο Δρόμο, ήταν και ο πρώτος νεκρός που είδα στα πέντε μου, μεταξύ των δύο σπιτιών μεσολαβεί η δρομόσκαλα της Βύρωνος, κατέβασαν το άσκεπο φέρετρο από εκεί, πάντα προοδευτικός στις ιδέες, διετέλεσε Δήμαρχος μετά την απελευθέρωση, το συντηρητικό κατεστημένο του Ναυπλίου ποτέ δεν τον αναγνώρισε, ποτέ δεν ανάρτησε και την δική του φωτογραφία στο πάνθεον φωτογραφιών των διατελεσάντων Δημάρχων, ένας τόπος δεν είναι τα ωραία κτήρια, ούτε το πόσο καταντάει τουριστικός προορισμός, οι άνθρωποί του είναι, δυστυχώς, ο τόπος μου ως σήμερα, τοξικός...

*** στις παρεμβάσεις της Απόπειρας  αναφέρεται πως σκάνδαλο προέκυψε διότι ο οικογενειακός φίλος αείμνηστος Γιώργος Καραμάνος ανέφερε βλάχους.
Ο Γιώργος Καραμάνος υπήρξε στενός φίλος του πατέρα μου, στη δική μου βιβλιοθήκη βρίσκονται με την δέουσα αφιέρωση όλα του τα βιβλία, πόσο δεν διασκέδασε ένα παιδάκι στη δεκαετία του '60 με το "Χουνέρι στο χωριό", διηγηματογράφος, έξοχος κωμωδιογράφος. Πέθανε το 2004, μεταξύ του 1998 ως τον θάνατό του βλεπόμασταν συχνά-πυκνά στ' Ανάπλι και στο χτήμα του στο Μάνεσι, λίγο έξω από την Τίρυνθα, λίγο αργότερα, η κόρη του Βάλια, διηγηματογράφος, έβγαλε ένα φωτογραφικό άλμπουμ από τις καλλίτερες φωτογραφίες του πατέρα της. Κάποτε, του κάνανε ένα σήριαλ στην τότε ΕΡΤ.
Ένας πολύ όμορφος άνθρωπος εφ' όλης της ύλης, η Βάλια δεν μπήκε ως τώρα στον κόπο να κάνει ένα λήμμα στην Βικιπαίδεια για τον πατέρα της, είθε!!!
https://senariografoi.gr/gr/useful/tribute-karamanos/


https://argolikivivliothiki.gr/2008/11/01/%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%85-%E2%80%93-%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CF%81/

27/3/17

32η δεν θυμάμαι

δεν θυμάμαι, δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί να θυμάμαι?
si tu t' imaginais, fillete, fillete,



Rue de Marseille, όταν έκανες μικρή παράκαμψη έβγαινες στην Quai Malaquais, και στον Σηκουάνα με όλες τις κομψές αντικαιρί,
το ξενοδοχειάκι το λέγανε απλώς Hotel, το είχε βρει η Νάντια, με τον μήνα, σκάω μύτη τον Δεκέμβρη του 1972, κανένα τρομερό κρύο, τότε ήταν της μόδας μια μακριά μεξικάνικη πλεχτή ζακέτα (απέκτησα μια τέτοια λίγους χρόνους μετά), την φοράγανε όλοι, επέμενα να λούζομαι με -15,οκ, ούτε γάντια, αντέχαμε, απέναντι ακριβώς έμεναν η Juliette Greco με τον Michel Piccoli, ήταν αστική γειτονιά, οι Γκρεκο-Πικολί μένανε σε μία πολυκατοικία με φυλασσόμενη πόρτα και αυλή, σε παλιό μέγαρο, τους βλέπαμε καμιά φορά όταν βγαίναν για βόλτα, τους ξανασυναντούσαμε στην  πλατεία της Saint Germain des Prés, στο Deux Magots, τότε δεν ήταν που με πρωτοκέρασες μία μπαγκέτα ζαμπόν-τυρί?
Παραμονή Χριστουγέννων πήγαμε στο Bobino, κει-δίπλα, σε matinée, απογευματινή, δηλαδή, είχε Brassens, l´auvergnat 



ήρθε κι η Γκρεκό και το είπανε μαζί, εμείς το είχαμε στη μαγνητοταινία και με διπλωμένα πόδια κάτω από την καρώ φουστίτσα θυμάμαι να το ακούω με τις μέρες
Les moins de... ans ne peuvent pas connaitre


-είχαμε το δισκάκι, άρεσε πολύ στη μητέρα μου,



αυτό έπαιζε πρωΐ,μεσημέρι, απόγευμα και βράδυ,/και του πατέρα μου άρεζε πολύ, με βραστόν και όχι, στη βεράντα/-για ένα πράγμα και μοναδικό επαίρομαι, μου έμαθε πώς να κάνω καφέ, όχι μόνο όπως τον ήθελε κείνος αλλά με όλους τους τρόπους, έλεγε τότε: "τουλάχιστον σε έμαθα να ψήνεις καφέ, ποτέ δεν θα πεινάσεις"!!! 
-tout doucement les yeux fermés, οι κιθάρες σε ντο μενόρ κι η άρπα σε κλειδί του φα, σολ του φα ε? σου το έχω πει ή το ξέχασα? κάτι χορδές, ακόμη ν' αλλαχτούν, η 'Αρια πήρε την άρπα της και ξενιτεύτηκε, ξεμείναμε, ναι? λέει ότι είναι καλά, σου το έχω πει ή ξεχνάω? συγγνώμην, γέρνω κι εγώ, ναι?-

-έπειτα, πήγαμε σε ένα καφενείο με mousse au chocolat,
την άλλη μέρα, Χριστούγεννα, μας είχαν καλέσει σε ένα σπίτι, μου έβαλες το πρώτο μου ποτήρι κρασί, το κόκκινο, έβλεπα βαθύ μπλε, τι να πιεί ένα παιδί, τι να πει ένα παιδί? κοίταγα,όλα τα μπλε κοίταγε το παιδί,
την άλλη εβδομάδα, ήταν το Φεστιβάλ κινηματογράφου, τότε πρωτοείδα τον Κόκκινο Ψαλμό του Μίκλος Γιάντσο, έκανα να κοιμηθώ νύχτες, και εντυπωσιάστηκα από τις ταινίες της γυναίκας του, της Μάρτας Μετζάρος, η Υιοθεσία, 1975, servus, η πεμπουσία της ταινίας δημιουργού-




Γύρω στο 2010, πήγα να ψάξω το ξενοδοχειάκι, είναι hi tech και οι τιμές είχαν αλλάξει, έκανε πάλι -15 και επέμενα να λούζω την πια κοντή κόμη, να φοράω την  ίδια μακριά μεξικάνινη ζακέτα και να κόβω βόλτες μπαινοβγαίνοντας στις αντικαιρί της Quai Malaquais, με "χτυπάγανε" τα κομψά μου μποτάκια αλλά συνέχιζα γενναία στην πλοήγηση των 18 μου χρόνων- είχα να θυμάμαι, τον Γιάντσο, την Μετζάρος, την μπαγκέτα σου και τα όσα δεν άντεχε ένα 18χρονο παιδί, σαν το κρασί, εκεί, στο Πουργκατόριο, ελπίζω ακόμα να θυμάσαι, ναι?, αν όχι, τι να κάνω κι εγώ, κάποιοι ζουν σαν μαθουσάλες κι άλλοι πεθάναν νωρίς, δεν μπορώ να σου πω πότε να με περιμένεις, ξέρω, εντούτοις, με περιμένεις, να φύγεις από τα Πουργκατόρια, κάτω θες να σε βρω? στα έγκατα του μετρό της Saint Germain des Prés, έλα, παραδέξου το, περάσαμε καλά, ναι?,
α, έχει μπαγκέτα με ζαμπόν και τυρί εκεί? αλλιώς, να φέρω? Δεν έτρωγες και ποτέ, μόνο κόκκαλα μετράγαμε, δεν ξέρω πού κείνται σήμερα...Να στείλεις το σωστό μήνυμα για να ξέρω τι να ψωνίσω ανεβαίνοντας, sms κλπ δεν έχω, το θυμάσαι, ναι?   ήσυχα, ξέρω, θα ανεβάσω κι ένα σφηνάκι pisco, ένα, όμως, εντάξει? για να εξηγούμαστε και στο υπερπέραν δηλαδή διότι 'δω κάτω μάλλον το παράκανες, φίλε, το θυμάσαι, σίγουρα ναι, οκ? λοιπόν, τα λέμε-


25/3/17

βαγγελίστρα

σήμερα γιορτάζει η Βαγγελίστρα, στις ανωφερειές της Πρόνοιας, δεσπόζει στον Αργολικό Κόλπο. Επισήμως την  λένε Ευαγγελίστρια, εμείς Βαγγελίστρα.
Είναι το μόνο μεγάλο πανηγύρι μας, όταν είμασταν μικρές, πήγαμε μια φορά με τη Φουλιάννα, είχε κάτι περίεργες κούνιες - βάρκα, με χοντρό σκοινί, αρχίσαμε τα πήγαιν' έλα, παραδίπλα είχε το βαρέλι του θανάτου (ένα ξύλινο μεγάλο βαρέλι με μία μηχανή που γύριζε γύρω-γύρω, μοτοσακό δηλαδή).
Μπήκα, λίγο ζαλίστηκα, βγήκα, τη γλίτωσα, στις βάρκες, σπάει το σκοινί, δεν είχαμε τότε νοσοκομείο, μας πήγαν  στην Κόρινθο. Δεν πάθαμε κάτι συγκλονιστικό. Ευτυχώς, είχαμε ήδη το "μπουζουκάκι μας", το αυτοκινητάκι, δηλαδή, ήρθανε με την κυρία Γονατία, τη μαμά της Φουλιάννας, μας μαλλώσανε καλά-καλά και μας βάλανε στα κρεββάτια μας.
Κούνιες δεν είχαμε τότε στην πόλη μας, τρελλαινόμουν για κούνια-. Κάθε που φτάναμε στην Αθήνα, στην Αγίου Κωνσταντίνου, ζαλισμένη-ξεζαλισμένη, η πρώτη ερώτηση ήταν "πότε θα πάμε στις κούνιες?"  Όταν ήρθαμε να μείνουμε στην Αθήνα και με στείλαν σε καλό σχολειό, η πρώτη που βρισκόταν στην πόρτα για τις κούνιες πριν καν χτυπήσει το κουδούνι, η αφεντιά μου....
Τον κύριο δρόμο από την άκρη του Κτελ ως πάνω τη λένε 25 Μαρτίου, κάθε Βαγγελίστρας όλα τα χασάπικα βγάζουν και ψήνουν στον δρόμο γουρουνοπούλα.
Μου παράγγελνε η μάνα μου να φέρω. Κείνη τη φορά, βέβαια, έμεινε χωρίς και πήρε και τρομάρα, χαλάλι μας-

Τα τελευταία χρόνια το κυρίως σπίτι είναι κάτω από τη Βαγγελίστρα, στην Πρόνοια. Το πανηγύρι με διάφορα κιτσάτα μπιχλιμπίδια ως σήμερα σε όλη την 25η Μαρτίου, την παραμονή έχει λιτανεία, περνάει μπρος από το σπίτι, ανάβουμε κεράκια και φαναράκια, οι μουσικές είναι ωραίες.





πολιτικάντηδες και παπάδες, τα γνωστά, δηλαδή, παρουσιάσατε, αρξ, τα παιδάκια ένα χάρμα- και  τα στρατιωτάκια του ΚΕΜ μας, η παρέλαση γίνεται σήμερα από το σταυροδρόμι της Εντεκάτης επί της 25 Μαρτίου, μπρος από τον ΟΤΕ, κάποτε, εκεί συγκεντρωνόμασταν για την παρέλαση πάνω στη Συγγρού, μπρος από το Κτελ και το άγαλμα του Καποδίστρια, άσχετο, δεν φτάνει που το επιβάλανε στους γονείς, που το πέρασαν στο δικό μας DNA κι έπρεπε να μεγαλώσουμε για να μην θέλουμε τέτοια, το περνάνε στο DNA ως εγγονών, σε πόσες χώρες υπάρχουν "πατριωτικές" παρελάσεις?, ώρα να τελειώνουμε με αυτά και να τα ξερριζώσουμε από το DNA μας, ή όχι? η ανάρτηση είναι εγγεγραμμένη σε DNA, δυστυχώς, για του Δαβάκη τ' άξια παλληκάρια, όταν εκλείψουμε εμείς, ε, ας εκλείψουν κι αυτά....
χρόνια πολλά στη Βαγγελίστρα μας.

24/3/17

31η δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία την 25η, δυό φορές ομαδάρχης, είχα ψηλώσει λίγο απότομα -έτσι δεν το λένε?- ούτε παραστάτισσα ποτέ,στη γενιά μου,σημαιοφόρος κορίτσι ήταν αδιανόητο, στο Δημοτικό όλα παίρναμε 10 με τόνο αλλά ήμασταν πολλά μαζί, δεν με λάτρευε κανένας δάσκαλος -εκτός από τη δασκάλα μας τη δεσποινίδα Μαρία Ρουσσάκη, αιωνία της η μνήμη- πολύ ατίθαση για τους πεποιημένους κανόνες τους. Μετά την παρέλαση κάθε 25, πηγαίναμε στην αρχή του Μεγάλου Δρόμου, στου Λάμπρου, είχαν έρθει τα παγωτά στο ψυγείο της Έβγας, παγωτό ξυλάκι, κρέμα μέσα, πάλλευκη, σοκολάτα απέξω. Το απόγευμα τσάμικα και καλαματιανά στην Πλατεία, με τις Αμαλίες υπό σειράν -η φίλη μου η Φουλιάννα πάντα, μετά η αδερφή της η Ελένη και αργότερα η Αμαλίτσα, δεν την βάφτισα -από τότε, στα δεκατρία μας, τσινούσα με τις θρησκείες, ακόμη  κι αν δυο χρόνια πριν, κάναμε μετάνοιες με τη Φουλιάννα πριν της Παναγίας, ακόμη θυμάμαι τα φορεματάκια μας-αλλά της δώσαν τ' όνομά μου. Το βράδυ είχε λαμπαδιπορεία -λαμπαδοφορία τη λέγαμε τότε- με  τα στρατά και πυρσούς, διασχίζοντας τη μισή πόλη, περνάγαν και κάτω από το σπίτι μας, άρεσε στη μητέρα μου αυτό-. 
Και τη Φιλαρμονική, πάντα, με τον χαλκέντερο κι αγέλαστο Χαραμή, έτσι ξεκίναγε, εξάλλου, κάθε 25 Μαρτίου, περνούσε κάτω από το σπίτι στις 7 το πρωΐ, η μητέρα μου γκρίνιαζε που την ξυπνούσε αλλά του λόγου μου πεταγόμουν ελατήριο και κατέβαινα στην εξώθυρα ροβολώντας τις πέτρινες σκάλες.
Φυσικά, παίζαμε και κάτι σκετσάκια στο σχολείο επί τη επετείω. Μία φορά, μετά την παρέλαση, με πήγε ο πατέρας μου στου Ραφτόπουλου να βγάλει φωτογραφία με τα ναυτικά, δεν έχω καμία φωτογραφία πια, όπου κι αν πήγε, σε ηπείρους κι άλλες πόλεις, είχε τη φωτό και έλεγε πως μ' αγάπαγε. Τον ξαναβρήκα full time μόλις ελάχιστους χρόνους πριν πεθάνει, πάντα θα λυπάμαι γι' αυτό, έφερνε σοκολατίτσες με την κυρία με το τσεμπέρι στην ΙΟΝ, όλος γελαστός με τα ξανθογάλαζά του,πάντα κομψός, δεν το καταλάβαινα τότε,νόμιζα πως έτσι είναι όλοι οι μπαμπάδες του κόσμου, σήμερα ξέρω, ήταν ξεχωριστός-
Μεταξύ 4 και 6 σχεδόν μεσημέρι παρά μεσημέρι, έπαιρνα την πετσέτα μου μες στον ασημένιο δακτύλιο με το όνομά μου, και πήγαινα για φαγητό στου κυρίου Ηλία, τρία σπίτια παραπέρα, δημόσιος υπάλληλος, της Νομαρχίας, στο Δικαστήριο? υποχωρεί η μνήμη. Είχε δύο κόρες στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, οι ποδιές ήσαν τότε μαύρες και διήγαγα περίοδο τρόμου και πανικού για το σκοτάδι και όλα τα μαύρα. Με το άστα ντούε της μάνας μου, με πήγαινε πάντοτε η κοπέλλα μας, τα "μπορώ και μόνη μου" τα άκουγε βερεσέ, είχε καεί η γούνα της πλειστάκις με τη θυγατέρα της ως τότε,ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος από αυτοκίνητα και ιδίως από πούλμαν Chat για το ξενοδοχείο δίπλα μας. Κάτι μήνες πριν, με είχε ανασύρει ψυχραιμότατα από κάτω από ένα τέτοιο...
Θυμάμαι την κυρία του σπιτιού, κυρία Νίτσα, κοντούλα, παχουλούλα και πάντα εύχαρι και γλυκύτατη, κρατάγαμε συνήθως ένα ματσάκι μενεξέδες από την αυλή μας που με πολλή χάρη της προσέφερε η κοπέλλα μας.
 -Κάποτε πρέπει να γράψουμε κάτι ο Γιώργος κι εγώ για τη Σοφία μας, είχε απαράμιλλο στυλ κι εκπληκτικά ισχυρή προσωπικότητα, μιαν αρχοντιά από τις λίγες και μας λάτρευε συλλήβδην,αναπαύεται στους Ουρανούς αλλά κάπως κοιτάζει ακόμη τις ζωές μας, λέμε εμείς- Το μοναδικό χαστούκι το έφαγα από τη Σοφία μας, ο Γιώργος την αποκαλούσε "λοχία" και "βελιγκέκα", του έκανε χειροκλείδωμα συχνά-πυκνά... Η μάνα μας ποιούσε την νήσσαν, ό,τι έκαμε η Σοφία, πάντα καλώς καμωμένο... μπρος στο δίκιο μας επικρατούσε η Σόφια δικτατορία, περιττό να ανατρέξουμε στις μαμικές φτερούγες, απλώς, δεν υπήρχαν....Όταν κατάπια τα Βάλιουμ της μάνας μου δεν το συγχωρούσε για χρόνια στον εαυτό της που διέλαθα της κέρβερης προσοχής της. Ήρθε στο σπίτι μας όταν δεν ήμουν ενός ετών από ένα χωριό λίγο έξω από την Τρίπολη, με το αδύνατο κορμί της, το κατακατσαρό ξανθωπό της κεφάλι και δύο καταγάλανα πανέξυπνα μάτια, φιλοπρόοδη και φιλομαθής, την έστειλε η μάνα μου να τελειώσει 3 τάξεις του Γυμνασίου, διάβαζε τα βιβλία της βιβλιοθήκης, είχε γνώμη για όλα και για όλους, συνήθως ολόσωστα, με απίστευτη παρρησία, όταν ο πατέρας και η μάνα μου βγάλανε την εφημεριδούλα "Η Μάχη", τον τελευταίο λόγο είχε πάντα η Σοφία, εννοείται,όταν η μητέρα μου "έκανε χαρτιά" δύο φορές τον χρόνο, για να ανταποδώσει τις τόσες προσκλήσεις στις οποίες ποτέ δεν προλάβαινε να πάει λόγω πολλής δουλειάς, η Σοφία ήταν η κυρία του σπιτιού, με την  άσπρη ποδιά και το bonnet της, τόσο εκλεπτυσμένους τρόπους (αντέγραφε ασυστόλως τη μάνα μου κι εκείνη μόνο το χαιρόταν καλόκαρδα, είχαν τόση συνάφεια οι δυό τους..) που οι καλεσμένοι στα καρέ απορούσαν, εμείς, ως μικρά, ξέραμε,η Σοφία μας ήταν ο φύλακας-άγγελός μας και μοναδική....στη Σοφία μας οφείλω τις πρώτες αναγνώσεις του Γκυ ντε Μωπασσάν, αγόραζε το περιοδικό Ρομάντζο με πάθος και δίπλα είχε Καζαντζάκη,η Σοφία μας, μοναδική, με το σπαθί της κέρδισε τον ασημένιο δακτύλιο της πετσέτας με το όνομά της, Σοφία.

στα 23 της έγιναν τα προξενειά με έναν χρυσό άνθρωπο στη Μελβούρνη,δι' αλληλογραφίας, σαν σήμερα θυμάμαι στο σπίτι της γιαγιάς στην Κυψέλη που πήγαμε για να την βάλει στο αεροπλάνο για τη Μελβούρνη... Δεν ξαναείδα ποτέ τη Σοφία μας, ήρθε δύο φορές στην Ελλάδα κι έλειπα πάντα σε άλλη χώρα, βρήκα τα δώρα της. Είχε έρθει δύο φορές ο άντρας της, συμπαθέστατος κι όμορφος εφ' όλης της ύλης, τότε, της είχα στείλει κάτι που το κράτησε για πάντα. Όταν πέθανε η μάνα μου της τηλεφώνησα κι αρρώστησε για καιρό. Πέθανε πριν 4 χρόνια νεώτατη, 67 χρονώ, από ανακοπή, διατηρούμε πάντα επαφή με τη μοναχοκόρη της, το μικρό της αδερφάκι που έγινε παπάς κειπέρα και την λυμφατική αδερφή της, τη Σπυρούλα μας. Για τρία χρόνια τους είχαμε μαζί μας, θυμάμαι τα παιχνίδια μας με τον Δημητράκη και τη Σπυρούλα μας στην αυλή μας...Ήθελα πάντα να πάω στην Αυστραλία να τηνε δω, δεν την πρόλαβα, μία εξέχουσα προσωπικότητα, ό,τι κι αν πεις-.
-'Ετρωγα μεν με μαχαίρι και πηρούνι αλλά στα φρούτα δεν τα κατάφερνα, συμβοηθός γλυκύτατη η κυρία Νίτσα, 
-υπάρχει και μία αμήχανη ιστορία, όταν ήμουν 10, η μικρότερη αδερφή του πατέρα μου, η πανύψηλη, ολόξανθη και βεργολυγερή θεία Δέσποινα, επανέκαμψε στ' Ανάπλι, αποφασίζοντας να δεχθεί την πρόταση του επιχειρηματία και πρώτου τουριστικού πράκτορα της Ολυμπιακής Γιώργη  Γ. για δεύτερο γάμο. Την είχε μεγάλο καϋμό από τα μικράτα τους. Το σπίτι ήταν το πέτρινο, απλώς απέναντί μας. Χειμώνας, με βαριά βροχή, γίνονταν οι αρραβώνες, η μητέρα μου σκοτωμένη από τη δουλειά τηλεφώνησε να ζητήσει συγγνώμην κι έστειλε του λόγου μου να εκπροσωπήσω την οικογένεια, πρώτη φορά μόνη μου σε άλλο σπίτι, με ντύνει με τα καλά μου, μου δίνει ένα δώρο φερμένο εξ Αθηνών και μια μπουμπουκάδα από την αυλή μας και με ξαποστέλνει. Υπήρχε τότε η γιαγιά, η μητέρα του θείου Γιώργη, καθόμαστε στο τραπέζι, όλα καλά, έρχεται η ώρα των φρούτων και βάζουν μπρος μου σε πιατάκι ένα πορτοκάλι, βλέπω πώς το κόβουν οι άλλοι, κοιτάζω απελπισμένα, χάλια, με συλλαμβάνει το όμορφο βλέμμα της γιαγιάς  και μου λέει "κάτσε να  σου το ανοίξω εγώ", ήθελα να με καταπιεί η γης, φυσικά, περάσαμε κάτι μέρες με τη μάνα μου σε μαθήματα πώς κόβουν τα φρούτα στα επίσημα, χρειαζόταν? για τη γενιά μας και το κοινωνικό μας στρώμα, δυστυ-χέστα-τα, ναι! Ακόμη και σήμερα, πορτοκάλι και μήλο σε επίσημα καθίσματα αποφεύγονται επιμελώς-

- Ο κύριος Ηλίας με πήγαινε πίσω, είχε πολύ ωραία φωνή και μου τραγουδούσε ανεβαίνοντας την πέτρινή μας σκάλα ως τη τζαμόπορτα.


(...)

είδα το μουστάκι του μπαμπά/

τώρα θυμήθηκα

την τελευταία βόλτα

στους λεμονανθούς

στ’ άνθια της νερατζιάς

στον δρόμο

του μόνου σπιτιού

που αναγνωρίζω

δικό μου (...) 




γύρω στα έξη, η πισίνα είχε μόλις εγκαινιασθεί,είχα "κουρευτεί απολύτως"-
το έχω ξαναπεί,στο νηπιαγωγείο, είχα το πιο πρωτότυπο δεκατιανό: με το ποδήλατό μας, περνάγαμε από την Πλατεία, μου αγόραζε ένα χωνάκι βραστά κάστανα -συμφωνούσαμε στα 3 συνήθως- κι ύστερα πηγαίναμε στη γωνία, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη, στου Μπουγιούκου, ένα μουστοκούλουρο -δεν τα αντέχει το στομάχι πια-, τα βάζαμε στο καλαθάκι- κι αυτό ήταν, a little bit peculiar, τι να κάνουμε? υπήρξαμε μυστήρια οικογένεια, αυτοί (οι τρεις τους) υπήρξαν δημιουργικοί.





 στο 2.22-24  αριστερά στέκει ακόμη το σπιτάκι, στο δρόμο μας με τις νερατζιές

*από τα 7 μόνο νυχτικό, ως τότε, πυτζαμούλα κίτρινο σκούρο με κόκκινα τετραγωνάκια, ποιά; στο κρεβάτι και μια κούπα (την συνήθη) με παγωτό σοκολάτα (χειροποίητο στην ξύλινη μηχανή παγωτού, η πολυπράγμων μάνα όλα τα πρόφθαινε, έφερνε για να κοιμηθώ). Στα σαλόνια, οι κυρίες παίζαν κουμ-καν και πινάκλ, πόκα, οι κύριοι, μπριτζ και πόκερ, ο πατέρας, ως συνήθως, διέπρεπε στο μπριτζ (πανελλήνιος πρωταθλητής γαρ)...

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία, ο αδερφός μου ναι, τσολιάς, δεν είχα γεννηθεί όταν τον βάλανε δίπλα στη Μιμίκα την Απαλοδήμα και παρήλασε κιόλας, 3-4, όταν ήταν δέκα, καλά θυμάμαι το σαλάχι στη μέση, δανεικό από παλιά οικογένεια της Επανάστασης, όλη τη στολή είχε ράψει η μάνα μας, ως συνήθως, θυμάμαι τη φουστανέλα στη Σίγγερ και σιγοτραγούδαγε, "θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη"  έτρεχε δίπλα στην παρέλαση και αποθανάτιζε τις σκηνές σ' εκείνη τη δική της Kodak, την έδωσα στον αδερφό. Μετά το παγωτό, κοιμήθηκα ήσυχα, χρόνια μετά, απλώνω το τραπεζομάντηλο με τα τραπουλόχαρτα τις Πρωτοχρονιές και φέρνω το χειροποίητο κουτί από τον παππού τον Κώστα όταν ήταν μελλοθάνατος στην Ακροναυπλία,  με τις φύσσες για να παίξουν οι φίλοι ζαριές στη μοίρα μας, ακόμα παίζουμε ζάρια, η μοίρα, καθ' ορίσθηκε πια-
-δεν μου κόστισε ποτέ που δεν ντύθηκα Αμαλία-

22/3/17

if ever
αν πεθάνω, ίσως το μάθεις, ίσως το δεις



τι είναι η αφή? τι είναι το άγγιγμα? τα όλα ποτέ δεν θα είναι όλα, μένουν, τα δέντρα στον κήπο κι οι θάλασσες, ένα πλατύγελιο στον παραστάτη εκείνης της Σαντορίνης

20 τέτοια χρόνια πια

**σταλμένο σε μια κόπια αλλοτινού καιρού, από κείνη την Κούβα**
 Διόσκουροι και τ' αμάξι πήγαινε σιγά, πολύ σιγά, για να τ' ακούμε, αργά πολύ 
αργά, και όλο ρώταγες τι θα πει μπαλαμός, αγάπη μου μεγάλη θα πει-



acordem, nem?



“SI EM MOR” (Raimon, 1964). Si em mor, que el cant siga ja realitat. Si em mor, que les esperances siguen fets i que d'altres continuen el que nosaltres continuem. Si em mor (quin absurd descans), ja per sempre lluny de tot el que més estime, lluny de tot el que més vull. Si em mor, que el cant siga ja realitat. Si em mor, que el nostre treball haja guanyat. Si em mor. Si em mor.

within

Νυκτουργία των παθών
κι απόψε
καλείται η μούσα της τιθάσευσης
ν’ απαλύνει
τοπιογραφίες του νού
Διαγουμίζονται πάλι
οι αισθήσεις
άναρχες κραυγές
να τρυπήσουν την οροφή
ξεχασμένου αισθησιασμού.
Νυκτοφρουροί
υποβοηθούν
τις αλυσσίδες του βηματισμού
μπρος σε γκρεμνό
-μου χαρίσαν γερά παπούτσια-


©ΑΡ
2017, από νέα συλλογή 

20/3/17

τι rip κι αμερικανιές, α, ρε φίλε, στο καλό,
είμασταν συνομίληκοι και κάποτε μαζί σε τόσους αγώνες, όταν άνοιξε το μπαρ του το Τράμ, στη Μαυρομιχάλη, στη Νεάπολη, συχνάζαμε κειμέσα, σαν σπίτι, πες, παιδί διαμάντι, γειά σου Μήτσο.........

https://www.efsyn.gr/arthro/efyge-o-dimitris-koymantaros

https://kanenaskathenas.wordpress.com/

αμ, τα έχω πει εγώ: πρίμα θα πάει η δική μας η γενιά, κάτι 70 κλπ τα έχουμε ήδη  ξεχάσει, ό,τι προλάβουμε.....

στήθηκε το πανηγύρι...

α, ρε Μιχάλη (Μήτρα) τι μας έκανες: δίνουνε ποτό σε πρώην αλκοολικό?
ιδού τα αποτελέσματα της καλοπροαίρετης πρότασής σου. Εφαρμογή σε λαό πληθωρικό, και πάλι φέτος εορταί και εκδηλώσεις στο σωρό, και του χρόνου και καλή Σαρακοστή!!!


την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω τα ψιλά γράμματα
πίσω από τις ετικέτες
φαρμάκων και τροφίμων

την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω τα πρόσωπα
ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει
ποτέ στη ζωή τους ποίηση

την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω το ριζικό
στην ανοικτή σας παλάμη
έναντι ενός ευτελούς αντιτίμου


την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω αναγγελίες θανάτου
όλων αυτών που η ζωή τους
έμοιαζε με ποίημα

-Βάσσος Γεώργας-


ο έξοχος κύριος Μιχάλης, από το: Κατά Σαδδουκαίων, Η διαθήκη μου, 1953



σ' αυτή την έρμη χώρα τού αλλού, κουρασμένος πληθυσμός, γονατισμένη κοινωνία, κάποιοι,στους φαντασιακούς τους γαλαξίες, δήθεν, ακόμα αυτοχαϊδεύονται με, λέει, ποιητικά εργαλεία, πού είσουν ρε ποίηση που έλεγες πως θα γινόμασταν άλλοι, για αμέτε μου λιγάκι γιατί μου κρύβετε τον ήλιο του Διογένη του κουμπηστή



 θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία της σκέψης, και ενέργειες, και δράση, και δρόμο, όχι ποιείν ποιηματίδια εκ του ασφαλούς, με ιδιωτεύοντα συμβόλαια που "βολεύουν εαυτούς", στους δρόμους να αναμετρηθούμε, αν όχι, για αμέτε μου λιγάκι διότι στο κάτω να αναμετρηθούμε, όχι από κάμαρες κλειστές, και "αλληλοχαϊδέματα" ημών  και αλλήλων σε "καφενέδες",διαδικτυακούς,  εκεί μας θέλω-

*κάποτε διατηρούσα λογαριασμό στα καφενεία, μου είχε αρέσει πάρα πολύ αυτό και, έχοντας μόνο σελίδα -δύσκολο να πεισθεί κανείς να  κάνει ένα βήμα παραπάνω από το τάιμ λάιν, το 2014 είχα βάλει αυτό της φίλης μου της Κατίνας Βλάχου, Κερκύρας ορμωμένης:


-Mέρα που ΄ναι σήμερα...


Απόλυτη κυρία
Απόχτησε κι η ποίηση φουστάνια
Έτσι της όρισαν οι ανθολογίες
Ένα καλό για γάμους και κηδείες
ένα για καθημερινό κι ένα όταν γράφει
Το savoir faire στα λόγια σαλόνια
και στις καλές παρέες η ετικέτα
θέλουν την ποίηση κοκέτα
ακόμα κι όταν πάει για ψώνια
Οφείλει να πρωτοτυπεί
να μεταμφιέζεται
να μην πλατειάζει
συχνά να ομφαλοσκοπεί και να γκρινιάζει
Δεν πρέπει ν’ αστειεύεται και να γελάει
κι ούτε με τον καθένα να μιλάει
Μπορεί να ερωτοτροπεί με τη δημοσιότητα
χωρίς να δείχνει πόσο επιθυμεί τη διασημότητα
Eκείνη ωστόσο αν είναι αληθινή
είναι συνήθως ταπεινή
και προτιμάει να κυκλοφορεί γυμνή
Σ’ ένα φύλλο χαρτί τυλίγεται
κοπιάζει
ιδρώνει 
και αμείβεται
με μία λέξη απρόσμενα ικανή
με μία άνω τελεία σαστισμένη
με μία στροφή αμήχανα σεμνή 
και κάποτε εμπνευσμένη
Και επιμένει
γράφοντας όσα ο νους δεν διανοείται
όταν η αλήθεια της την συνεπαίρνει
ανυπεράσπιστη και μεθυσμένη
εις πείσμα των καιρών
να παραμένει 
του εαυτού της απόλυτη κυρία
"Ατάκτως Ειρημένα", εκδ. Λοράνδου, 2012- ©Κατίνα Βλάχου


όπως σοφά σημείωσε στο ίδιο καφενείο η φίλη μου η Ερούλα (Ρίτσου): "να ανακηρύξουμε ως μέρα πεζογραφίας την 4η Αυγούστου"? συμβαίνει να έχει γενέθλια τότε η Ερούλα, καλά δεν τα είπε? μπρε αμέτε με τις παγκόσμιες μέρες και τους worldwide ποιητάδες-
-τα γραφτά καμμία χρεία εορτασμών άπαξ του έτους, όπως και πολλά άλλα, σαν το μισό του ουρανού, αίφνης. Όλως ιδιαιτέρως, σ' αυτή τη χώρα που υποφέρει από βασικότερα πράγματα, ζωτικότερης σημασίας,  ίσως?. Αφού καλά γνωρίζουμε πως αναγνωστικό κοινό, έτσι δεν το λένε κομψά, σχεδόν δεν υπάρχει, δέκα χιλιάδες το πολύ σε πληθυσμό 11 εκατομμυρίων? Και η ομφαλοσκόπηση καλά κρατεί. Να μας χαιρόμεθα-